Εξαιρετικά περιορισμένες, όπως εκτιμούν στελέχη τραπεζών και νομικοί κύκλοι, είναι οι νομικές δυνατότητες αντίδρασης απέναντι στη δρομολογούμενη απομείωση («κούρεμα») του ελληνικού χρέους.
Oπως τονίζουν στην «Κ» το χρέος της χώρας στο μεγαλύτερο μέρος του υπόκειται στη δικαιοδοσία του ελληνικού δικαίου και οι όροι μπορούν να αλλάξουν μετά από απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης. Αν η ελληνική κυβέρνηση, σημειώνουν, προχωρήσει στη θεσμοθέτηση και ενεργοποίηση των Collective Action Clauses (CAC’s) σύμφωνα με τα οποία εάν μια ορισμένη πλειοψηφία των ομολογιούχων αποδεχθεί την πρόταση, τότε οφείλει να ακολουθήσει και να αποδεχθεί την πρόταση και η μειοψηφία, τότε, οι δυνατότητες νομικής αντίδρασης είναι μηδαμινές. Σύμφωνα με εκτιμήσεις τραπεζών, ποσοστό άνω του 90% του χρέους υπόκειται στο ελληνικό δίκαιο.
«Δεν είναι τυχαίο ότι κάποιες σχετικές απειλές, περί προσφυγής ορισμένων hedge funds στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που διατυπώθηκαν πριν από περίπου 10 ημέρες δεν είχαν συνέχεια ακριβώς διότι δεν υπάρχει νομική βάση για κάτι τέτοιο», υποστηρίζουν. Τους τελευταίους μήνες, μεγάλες εξειδικευμένες νομικές εταιρείες στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, έχουν ξεσκονίσει το ελληνικό δίκαιο αναζητώντας επιχειρήματα για την υποστήριξη τυχόν νομικών κινήσεων. Ωστόσο δεν φαίνεται να έχουν εντοπίσει κανένα ισχυρό σημείο που να υποστηρίζει μια προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Το ερώτημα είναι τι θα γίνει στην περίπτωση που η Ελλάδα ενεργοποιήσει τα CAC’s αλλά εξαιρέσει από το PSI ορισμένους κατόχους ομολόγων όπως είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ή οι ιδιώτες ομολογιούχοι. Στην περίπτωση αυτή είναι πιθανό να τεθεί ζήτημα νομιμότητας της επιλεκτικής αυτής τακτικής. Ωστόσο, ορισμένοι αμφιβάλλουν ότι ακόμα και σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο αν υπάρχουν σοβαρά νομικά ερείσματα.
Σε ό,τι αφορά την πορεία του PSI στελέχη τραπεζών εκτιμούν ότι η συμφωνία ανταλλαγής είναι δύσκολο να ολοκληρωθεί όπως αρχικά προβλεπόταν, δηλαδή ως ένα καθαρά εθελοντικό πρόγραμμα. Με τα σημερινά δεδομένα είναι εξαιρετικά δύσκολο, υπογραμμίζουν, να επιτευχθεί η απαραίτητη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα -που πρέπει να αγγίξει το 100%- που θα οδηγήσει στην επίτευξη των στόχων της συμφωνίας της 26ης Οκτωβρίου. Στο πλαίσιο αυτό ήδη εξετάζονται οι εναλλακτικές δυνατότητες, ενώ χθες η επικεφαλής του ΔΝΤ κ. Κριστίν Λαγκάρντ δήλωσε ότι αν η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα δεν σταθεί αρκετή για τη διαμόρφωση του ελληνικού χρέους σε βιώσιμο επίπεδο, τότε θα πρέπει να συμμετάσχει ο δημόσιος τομέας. Υπενθυμίζεται ότι η ΕΚΤ έχει αγοράσει από τη δευτερογενή αγορά ελληνικά ομόλογα αξίας περίπου 45 δισ. ευρώ και σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών οι αγορές έχουν πραγματοποιηθεί σε τιμές που αντιστοιχούν στο 85% της ονομαστικής τους αξίας.
Πάντως, η ενεργοποίηση των CAC’s είναι πιθανό να ενεργοποιήσει την πληρωμή των ασφαλίστρων κινδύνου. Σύμφωνα με δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, η θεσμοθέτηση των CAC’s δεν πυροδοτεί τα ασφάλιστρα κινδύνου έναντι χρεοκοπίας (CDS) ωστόσο, αν τελικά ενεργοποιηθούν, τότε τα ασφάλιστρα κινδύνου είναι πιθανό να πυροδοτηθούν. Κάτι τέτοιο θα οδηγήσει όλους όσοι έχουν πουλήσει CDS να καλύψουν τις απώλειες όσων έχουν αγοράσει σχετική ασφάλεια. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το σύνολο των CDS που έχουν πουληθεί έναντι του κινδύνου χρεοκοπίας της Ελλάδας κυμαίνεται μεταξύ 3 έως 5 δισ. ευρώ, μέγεθος που θεωρείται μικρό. Στελέχη τραπεζών αισιοδοξούν ότι εάν τις επόμενες ημέρες επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα για το PSI και θεσμοθετηθούν τα CAC’s, τότε δεν αποκλείεται επιτυχία του προγράμματος χωρίς τελικά να χρειαστεί να ενεργοποιηθούν. Οπως εκτιμούν, οι ρήτρες θα δράσουν αποτρεπτικά σε όσους παίζουν με την ιδέα μη συμμετοχής στο πρόγραμμα και θα εξασφαλιστεί τελικά η επιτυχία της συναλλαγής, χωρίς την ενεργοποίησή τους.
Γιάννης Παπαδογιάννης
Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή