Τον κίνδυνο οι κυοφορούμενες κινήσεις εξαγορών και συγχωνεύσεων να οδηγήσουν στη διχοτόμηση της εγχώριας τραπεζικής αγοράς μεταξύ υπερβολικά μεγάλων και υπερβολικά μικρών τραπεζών επισημαίνουν αναλυτές. Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα οι πέντε μεγάλες τράπεζες ελέγχουν το 69,7% των συνολικών καταθέσεων και το 68,1% των χορηγήσεων. Στη θεωρητική περίπτωση που η πρόταση της Τράπεζας Πειραιώς για την εξαγορά της Αγροτικής Τράπεζας και του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου γίνει δεκτή, τότε οι πέντε μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας θα ελέγχουν περίπου το 80% των καταθέσεων και χορηγήσεων. Αν μάλιστα ακολουθήσουν συγχωνεύσεις και μεταξύ των μεγάλων τραπεζών, κάτι που οι περισσότεροι θεωρούν πολύ πιθανό, τότε 2-3 τράπεζες θα ελέγχουν το 75% της αγοράς, αφήνοντας ένα μερίδιο αγοράς 25% για όλες τις υπόλοιπες τράπεζες της χώρας.
Σε ό, τι αφορά την Εθνική, η οποία επίσης βρέθηκε στο επίκεντρο σεναρίων συγχωνεύσεων, επισημαίνεται ότι με όποια μεγάλη τράπεζα και αν ενώσει τις δυνάμεις της, θα δημιουργήσει ένα τραπεζικό ίδρυμα που θα ελέγχει το 36,5% της ελληνικής αγοράς καταθέσεων και το 33,5% της αγοράς χορηγήσεων. Είναι αμφίβολο αν η δημόσια συζήτηση περί συγχωνεύσεων έχει αποτιμήσει τη σημασία της δημιουργίας ισχυρότερων τραπεζών και την προοπτική κυριαρχίας της αγοράς από 2-3 τραπεζικούς ομίλους. Υπενθυμίζεται ότι τα τελευταία χρόνια ο τραπεζικός τομέας έχει δεχθεί κριτική, τόσο από τη σημερινή όσο και από την προηγούμενη κυβέρνηση, για την ποιότητα του ανταγωνισμού. Στελέχη τραπεζών, ωστόσο, σημειώνουν στην «Κ» ότι υπάρχουν σημαντικά περιθώρια για συγχωνεύσεις μεταξύ των μεγάλων της αγοράς, τονίζοντας ότι η ποιότητα του ανταγωνισμού εξαρτάται από την ισχύ των μεγάλων παικτών και όχι από τον αριθμό τους. Η δημιουργία ισχυρότερων τραπεζών θα δημιουργήσει οικονομίες κλίμακος και θα προσφέρει καλύτερους όρους πρόσβασης στις διεθνείς αγορές χρήματος, κάνοντάς τις πιο ανταγωνιστικές. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Eνωσης (2008) ο βαθμός συγκέντρωσης των πέντε μεγαλύτερων ελληνικών τραπεζών, με βάση το ενεργητικό τους, διαμορφώνεται στο 69,5%, ξεπερνώντας κατά πολύ τον μέσο όρο της Ε.Ε. (44,7% στην Ε.Ε. των «15» και 44,1% στην Ε.Ε. των «27»). Επιτελικά στελέχη τραπεζών σημειώνουν, ωστόσο, ότι η εικόνα αυτή δεν είναι αντιπροσωπευτική. Ο βαθμός συγκέντρωσης είναι πολύ χαμηλός σε χώρες που είτε λειτουργούν ως διεθνή χρηματοοικονομικά κέντρα, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και το Λουξεμβούργο, είτε για ιστορικούς λόγους διαθέτουν ένα πολύ μεγάλο δίκτυο συνεταιριστικών και αποταμιευτικών τραπεζών, όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Ισπανία και η Ιταλία.
Σημειώνουν επίσης ότι ο βαθμός συγκέντρωσης του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα παραμένει αισθητά χαμηλότερος από χώρες όπως η Ολλανδία με 86,8%, το Βέλγιο με 81%, η Φινλανδία με 82% και ανάλογος του βαθμού συγκέντρωσης στην Πορτογαλία, που διαμορφώνεται στο 69,1%.
Υπερβολικές προσδοκίες και στρατηγικά διλήμματα για το μέλλον
Στελέχη τραπεζών σημειώνουν στην «Κ» ότι το επόμενο διάστημα είναι πιθανό να δούμε κινήσεις συγχωνεύσεων, προσθέτουν όμως ότι οι προσδοκίες που έχουν καλλιεργηθεί τελευταία είναι υπερβολικές. Επιπλέον, αμφιβάλλουν για τις δυνατότητες επίτευξης οικονομιών κλίμακας υπογραμμίζοντας ότι οι τράπεζες είναι επιχειρήσεις εντάσεως εργασίας και η επίτευξη οικονομιών κλίμακας μπορεί να γίνει μέσω σοβαρής μείωσης προσωπικού. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να συμβεί στη σημερινή δύσκολη για την οικονομία συγκυρία. Προσθέτουν ότι η αδυναμία πρόσβασης των τραπεζών στις διεθνείς αγορές δεν είναι απόρροια του μικρού μεγέθους, αλλά της δεινής δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας.
Οι μεγάλες τράπεζες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα σοβαρό στρατηγικό δίλημμα: η υποστήριξη και ανάπτυξη των θυγατρικών στα Βαλκάνια και την ευρύτερη περιοχή. Πριν από την κρίση η επέκταση στις γειτονικές χώρες στηρίχθηκε στην εύκολη πρόσβαση σε φτηνό χρήμα και στην υψηλή κερδοφορία των τραπεζών (από τις εργασίες στην Ελλάδα) μέρος της οποίας επενδύονταν στα Βαλκάνια. Σήμερα οι τράπεζες έχουν χάσει τόσο την πρόσβαση σε ρευστότητα όσο και την κερδοφορία τους και εν πολλοίς δεν μπορούν να υποστηρίξουν τις επενδύσεις τους.
Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ. Οι τράπεζες είτε θα υποχρεωθούν σε πωλήσεις θυγατρικών είτε θα αναζητήσουν κεφάλαια για την χρηματοδότησή τους. Στελέχη τραπεζών υπογραμμίζουν ότι συγχωνεύσεις ελληνικών τραπεζών δεν απαντούν στο «βαλκανικό» δίλημμα, καθώς μια συγχώνευση ούτε θα ανοίξει τις διεθνείς αγορές ούτε θα «γεννήσει» κερδοφορία στην Ελλάδα. Αναγνωρίζουν ότι μεγαλύτερο νόημα έχει η προοπτική στρατηγικών συμμαχιών με ξένους ισχυρούς ομίλους, οι οποίοι θα αναζωογονήσουν κεφαλαιακά τις εγχώριες τράπεζες. Από την άλλη πλευρά αναλυτές αποκρούουν τις εκτιμήσεις των τραπεζών ότι συγχωνεύσεις μεταξύ μεγάλων ελληνικών τραπεζών δεν θα αναδείξουν οικονομίες κλίμακος. Σημειώνουν ότι μια συγχώνευση δύο μεγάλων τραπεζών θα είχε άμεση θετική επίδραση στις δαπάνες από την αποχώρηση των διοικήσεων και των ανώτερων στελεχών που θα «περίσσευαν» στο νέο σχήμα. Μάλιστα αποδίδουν την απροθυμία των στελεχών των τραπεζών για συγχωνεύσεις στον φόβο για τις επιπτώσεις στις θέσεις της ανώτερης βαθμίδας.
Γιαννης Παπαδογιαννης
Δείτε το το άρθρο στην Καθημερινή