Υπό την ασφυκτική πίεση των αγορών, αναλυτών και μέσων ενημέρωσης και με ορατό τον κίνδυνο η περιβόητη άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, στην οποία συμμετείχαν 91 τράπεζες από 20 ευρωπαϊκές χώρων, να καταπέσει ως αναξιόπιστη, η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας (CEBS) υποχρέωσε τις τράπεζες να εφαρμόσουν αυστηρότερες υποθέσεις.
Ο κίνδυνος ήταν τα αποτελέσματα του τεστ, όχι μόνο να μην καθησυχάσουν τις αγορές, αλλά να αποτελέσουν την αφορμή ενός νέου γύρου αμφισβητήσεων.
Ετσι, την περασμένη Πέμπτη, λίγες ώρες πριν από τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων του stress test, οι αρμόδιες αρχές επέστρεψαν τα τεστ δεκάδων τραπεζών για περαιτέρω επεξεργασία, θεωρώντας ως ήπιες τις υποθέσεις που εφαρμόστηκαν αναφορικά με την πορεία του ΑΕΠ, την κερδοφορία των τραπεζών και το ύψος των προβλέψεων για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Είχε προηγηθεί καταιγισμός δημοσιευμάτων και αναλύσεων τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική, που αμφισβητούσαν ευθέως την αξιοπιστία της άσκησης ειδικά σε ό,τι αφορά τις χώρες υψηλού κινδύνου, δηλαδή την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία. Η χώρα μας βρέθηκε στη γνώριμη θέση των τελευταίων μηνών, καθώς για τη διενέργεια της άσκησης υποχρεώθηκε να εφαρμόσει τις πιο αυστηρές παραδοχές από όλες τις χώρες–μέλη. Εν πολλοίς, οι αντοχές των εγχώριων τραπεζών δοκιμάστηκαν σε συνθήκες καταστροφής, θεωρώντας ότι η ύφεση της εγχώριας οικονομίας μόλις ξεκινά.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τα εγχώρια test υποθέτουν ότι το ύψος των ζημιών για τις ελληνικές τράπεζες από στεγαστικά δάνεια θα διαμορφωθεί στο 37% ενώ για την αμέσως επόμενη χώρα η υπόθεση είναι για 24%, παρά το γεγονός ότι ο βαθμός δανεισμού τόσο των νοικοκυριών όσο και των επιχειρήσεων είναι σημαντικά χαμηλότερος του μέσου ευρωπαϊκού όρου.
Σε ό,τι αφορά τα ομόλογα και το ενδεχόμενο απομείωσης της αξίας τους λόγω των δημοσιονομικών προβλημάτων, ζητήθηκε από τις τράπεζες να απομειώσουν κατά 23,1% τα ελληνικά ομόλογα, κατά 14% τα πορτογαλικά, κατά 12,3% τα ισπανικά, 10% του Ηνωμένου Βασιλειου, 5,9% τα γαλλικά και κατά 4,7% τους τίτλους του γερμανικού Δημοσίου. Σημειώνεται ότι η παραπάνω ζημία αγγίζει μόνο τα ομόλογα που βρίσκονται στο εμπορικό χαρτοφυλάκιο και όχι αυτά που βρίσκονται στην κατηγορία διακράτηση στη λήξη τους (οι εγχώριες τράπεζες έχουν εδώ και καιρό μεταφέρει το σύνολο των τίτλων του ελληνικού Δημοσίου που έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους στην κατηγορία διακράτηση).
Στελέχη τραπεζών θεωρούν υπερβολικές τις υποθέσεις που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα. Υπογραμμίζουν ότι παίρνουν μια αγορά που ήδη βρίσκεται σε ύφεση και θέτουν παραδοχές και υποθέσεις σαν η χώρα μόλις να εισέρχεται σε ύφεση, κάτι που όπως τονίζουν απέχει παρασάγγας από την πραγματικότητα. Σε κάθε περίπτωση υπογραμμίζεται ότι τα stress test έχουν περισσότερο θεωρητική αξία, καθώς προβάλλουν τις επιπτώσεις στην κεφαλαιακή βάση των τραπεζών στην περίπτωση που οι οικονομικές συνθήκες επιδεινωθούν. Στόχος είναι να βρεθούν οι πιο αδύναμες κεφαλαιακά τράπεζες ώστε, αν χρειαστεί, έγκαιρα να λάβουν πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της κεφαλαιακής τους βάσης.
Η CEBS δημοσίευσε τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας βασικών κεφαλαίων (Core tier 1) κάθε τράπεζας όπως διαμορφώνεται βάσει των παραδοχών που τέθηκαν για κάθε χώρα και τη διαφορά του από τα σημερινά επίπεδα. Για να περάσει το test μια τράπεζα, θα πρέπει να έχει δείκτη τουλάχιστον 6%, 2 μονάδες υψηλότερα από το ελάχιστο εποπτικό όριο για τον δείκτη βασικών κεφαλαίων (4%).
Γιαννης Παπαδογιαννης
Δειτε το άρθρο στην Καθημερινή