Σε φαύλο κύκλο εγκλωβίζεται η οικονομία, με τις τράπεζες, ελλείψει ρευστότητας, να έχουν «παγώσει» τη ροή φρέσκου χρήματος σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Παράλληλα, πολλές προχωρούν σε βίαιη αναπροσαρμογή των επιτοκίων σε επιχειρηματικά δάνεια, οδηγώντας σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και σε διπλασιασμό του κόστους χρηματοδότησης, δημιουργώντας συνθήκες ασφυξίας για τον επιχειρηματικό κόσμο. Επιχειρηματίες και ελεύθεροι επαγγελματίες εκπέμπουν σήμα κινδύνου, προειδοποιώντας για τσουνάμι επιπτώσεων μετά το καλοκαίρι, που θα επιτείνει τις επιπτώσεις της ύφεσης. Η άτυπη στάση πληρωμών του Δημοσίου προς επιχειρήσεις, η μείωση της κατανάλωσης, η απουσία εμπειρίας στη διαχείριση κρίσεων, το πάγωμα των δανείων και η μεγάλη αύξηση του κόστους δανεισμού φέρνουν εκατοντάδες επιχειρήσεις αντιμέτωπες με το φάσμα της επιβίωσης. Επιχειρηματίες αναφέρουν στην «Κ» ότι από τράπεζα ζητήθηκε ο διπλασιασμός του επιτοκίου για κεφάλαιο κίνησης από 3,5% σε 7%, απειλώντας ότι αν δεν αποδεχθούν τους νέους όρους θα τερματίσουν άμεσα τη γραμμή χρηματοδότησης. Εκατοντάδες επιχειρήσεις αδυνατούν να αντλήσουν κεφάλαια ή να διατηρήσουν τις απαραίτητες γραμμές χρηματοδότησης. Το τελευταίο διάστημα, τα οικονομικά επιμελητήρια σε όλη τη χώρα γίνονται δέκτες ανησυχητικών μηνυμάτων από επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες για τις επιπτώσεις της κρίσης στη λειτουργία τους και τη σημαντική επιδείνωση των όρων δανειοδότησης, που δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο την κατάστασή τους.
Πριν από την κρίση, το επιτοκιακό περιθώριο δανεισμού (spread) των επιχειρήσεων κυμαινόταν μεταξύ 0,5% και 2%, σήμερα το περιθώριο για τους παλαιούς, αξιόχρεους πελάτες των τραπεζών έχει ανέλθει στο 3,5% με 4,5%. Για νέους πελάτες ή παλαιούς, οι τράπεζες αξιολογούν δυσμενώς το περιθωριακό επιτόκιο που μπορεί να ξεπερνάει το 8%.
Οι κλάδοι του εμπορίου, της μεταποίησης και των κατασκευών δέχονται τη μεγαλύτερη πίεση από την ύφεση και τη δυσλειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Ωστόσο, το μεγάλο πρόβλημα ρευστότητας, που πηγάζει από τη δεινή δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, έχει οδηγήσει πολλές τράπεζες σε συνολικό πάγωμα των χρηματοδοτήσεων, ακόμα και σε κλάδους που παρουσιάζουν θετικές προοπτικές ανάπτυξης. Eτσι, κλάδοι όπου η χώρα έχει μεγάλο προβάδισμα, όπως η ναυτιλία, και παρά το γεγονός ότι ενισχύονται οι εκτιμήσεις για την ταχύτερη ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας, υποχρηματοδοτούνται. Εν πολλοίς οι τράπεζες, πιεζόμενες από την έλλειψη ρευστότητας, προσφέρουν δυσανάλογα υψηλά επιτόκια, καθιστώντας τον δανεισμό ασύμφορο για τις επιχειρήσεις. Με τον τρόπο αυτό αποτρέπουν την ανάληψη νέας επιχειρηματικής δράσης ή περιορίζουν τις δυνατότητες επιβίωσης επιχειρήσεων, πολλαπλασιάζοντας το βάθος και την ένταση της ύφεσης. Παράλληλα, οι τράπεζες είναι εγκλωβισμένες σε λάθη του παρελθόντος, όταν στις ημέρες της ευφορίας χορηγούσαν δάνεια σε μη αξιόχρεες επιχειρήσεις, «φίλιες» επιχειρηματικές δυνάμεις, προχωρούσαν σε αναχρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων χωρίς αύριο, αδιαφορώντας για την τήρηση στοιχειωδών κανόνων τραπεζικής πρακτικής. Σήμερα, προτεραιότητα των τραπεζών είναι η διατήρηση της ρευστότητας και η διαχείριση των προβλημάτων ώστε να μην πληγούν οι ισολογισμοί και αποδυναμωθεί η κεφαλαιακή τους βάση. Η τραπεζική χρηματοδότηση στην Ελλάδα αφορούσε και αφορά «καθιερωμένες» επιχειρηματικές δυνάμεις (αν και ελάχιστα παραγωγικές και ανταγωνιστικές), αποκλείοντας νέους ή καινοτόμες επιχειρηματικές προσπάθειες.
Γιαννης Παπαδογιαννης
Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή