Πλημμυρίδα επιχειρηματιών έφερε η επίσημη επίσκεψη του πρωθυπουργού της Τουρκίας κ. Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Αθήνα, αντανακλώντας τη θεαματική ανάπτυξη των επιχειρηματικών και εμπορικών σχέσεων των δύο χωρών και κυρίως τις μεγάλες προσδοκίες για τις μελλοντικές προοπτικές.
Περισσότεροι από 100 επιχειρηματίες και στελέχη της γειτονικής χώρας βρέθηκαν στην Ελλάδα και είχαν επαφές με εγχώριους επιχειρηματίες, επιβεβαιώνοντας τον υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου που χαρακτήρισε ως «επανάσταση» για τις σχέσεις των δύο χωρών την επίσκεψη του Τούρκου πρωθυπουργού.
Ωστόσο, η πρώτη επανάσταση, που άνοιξε τον δρόμο για τη σύσφιγξη των οικονομικών σχέσεων των δύο χωρών πραγματοποιήθηκε το 2006 όταν η Εθνική Τράπεζα προχώρησε στην εξαγορά της Finansbank. Με την ιστορική αυτή κίνηση η Ελλάδα βρέθηκε στην 3η θέση μεταξύ των ξένων επενδυτών στην Τουρκία τα έτη 2006 και 2007.
Για να διαπιστώσει κανείς το πόσο έχουν αναπτυχθεί οι οικονομικές σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας τα τελευταία χρόνια, αρκεί να βρεθεί σε μια από τις πολλές πτήσεις που πραγματοποιούνται καθημερινά, από Αθήνα προς Κωνσταντινούπολη: τα αεροπλάνα είναι γεμάτα από επιχειρηματίες και υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων των δύο χωρών. Ελληνικές επιχειρήσεις έχουν επεκταθεί ανατολικά και τουρκικές δυτικά και όπως σημειώνουν επιχειρηματίες τα περιθώρια για την περαιτέρω ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων των δύο κρατών είναι πολύ μεγάλα.
Γεγονός αποτελεί ότι η εξαγορά της Finansbank έδωσε μια νέα δυναμική διάσταση στην Εθνική και σήμερα η παρουσία της στην αναπτυσσόμενη αγορά της Τουρκίας θεωρείται μέγα πλεονέκτημα. Τότε η επιλογή της διοίκησης Αράπογλου είχε δεχθεί σφοδρή επίθεση καθώς, όπως συμβαίνει σχεδόν για όλα στη χώρα μας, πολλοί έσπευσαν να αποκομίσουν μικροκομματικά οφέλη, στέλνοντας τη διοίκηση της Εθνικής στον… εισαγγελέα. Ανάλογη κίνηση, δηλαδή η αντίστοιχη Εθνική Τράπεζα της Τουρκίας να αγοράσει μια μεγάλη τράπεζα στην Ελλάδα, θα ήταν αδιανόητη –ειδικά πριν από τέσσερα χρόνια– καθώς η κοινωνία μας ήταν και εν πολλοίς παραμένει βαθιά καχύποπτη και εχθρική, ενώ το πολιτικό κατεστημένο θα την αντιμετώπιζε κατά πάσα πιθανότητα ως μέσο άσκησης κριτικής και αντιπολίτευσης.
Και το κρίσιμο ερώτημα που εύλογα τίθεται είναι: σήμερα, με το προηγούμενο της Finansbank, οι πολιτικοί στην Ελλάδα θα είχαν τη δύναμη να ανατρέψουν μια εξαγορά ελληνικής τράπεζας;
Τους τελευταίους μήνες πληροφορίες θέλουν τουρκικές τράπεζες να ενδιαφέρονται για εγχώριες τράπεζες, καθώς η κατάρρευση των αποτιμήσεων και η ζοφερή οικονομική κατάσταση της χώρας δημιουργούν ευκαιρίες. Εχοντας διαχειριστεί με επιτυχία μεγάλες κρίσεις και αποκτώντας πολύτιμη εμπειρία, οι Τούρκοι τραπεζίτες θεωρούν ότι μπορούν να διακρίνουν προοπτική ανάπτυξης στην Ελλάδα σήμερα. Με την τουρκική οικονομία να ανακάμπτει δυναμικά έχουν την εμπειρία, το ανθρώπινο δυναμικό και τους πόρους για να επεκταθούν στην Ελλάδα, αποκτώντας μια γέφυρα στην Ευρώπη. Και το θέμα αυτό, απ’ όσο είναι σε θέση να γνωρίζει η «Κ», συζητήθηκε ευρέως το προηγούμενο 48ωρο.
Ωστόσο, επιτελικά στελέχη εγχώριων τραπεζών, που συμμετείχαν σε αυτές τις συζητήσεις, αμφιβάλλουν για κάτι τέτοιο. Επισημαίνουν ότι προτεραιότητα των τουρκικών τραπεζών είναι να αξιοποιήσουν τη μεγάλη εσωτερική τους αγορά, που τρέχει με ρυθμό πιστωτικής επέκτασης της τάξης του 30%. Στο στάδιο αυτό, σημειώνουν, η επέκταση σε νέες αγορές δεν αποτελεί μεγάλη προτεραιότητα και ειδικά για αγορές όπως η ελληνική που σήμερα χαρακτηρίζεται από μικρό μέγεθος, κορεσμένο (σε μεγάλο βαθμό) τραπεζικό σύστημα και ζοφερό μακροοικονομικό περιβάλλον. Η Τουρκία δεν ασχολείται, όσο εμείς πιστεύουμε, με την Ελλάδα, σημειώνει στέλεχος μεγάλης τράπεζας.
Με εύρωστη οικονομία, και συνεχώς αυξανόμενη διεθνή αξιοπιστία, πληθυσμό που φτάνει τα 77 εκατ., μεγάλο δημογραφικό πλεονέκτημα –ο μέσος όρος ηλικίας του πληθυσμού της χώρας διαμορφώνεται στα 27 χρόνια (έναντι 42 που είναι ο μέσος όρος ηλικίας του πληθυσμού στην Ελλάδα)– προηγμένο σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης και ισχυρή αστική και επιχειρηματική τάξη, η Τουρκία έχει υπερκεράσει όλες τις χώρες της περιοχής. Οι τραπεζίτες εκτιμούν ότι από τουρκικής πλευράς η επίσκεψη Ερντογάν στη χώρα μας δεν αποτέλεσε επίδειξη δύναμης, όπως απλοϊκά ερμηνεύθηκε από πολλούς στην Ελλάδα, αλλά μια ακόμα κίνηση μιας εν δυνάμει μεγάλης χώρας που τοποθετείται στρατηγικά στη γεωπολιτική σκακιέρα με στόχο τη δημιουργία προστιθέμενης αξίας και προσβλέποντας σε μακροχρόνια οφέλη.
Γιαννης Παπαδογιαννης
Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή