Ζήτημα ζωής ή θανάτου για το τραπεζικό σύστημα θεωρούν την άμεση σταθεροποίηση της οικονομίας επιτελικά στελέχη τραπεζών και προτρέπουν την κυβέρνηση να κάνει άμεση χρήση του σχεδίου ευρωπαϊκής βοήθειας. Με τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης και τη σταθεροποίηση της οικονομίας όχι μόνο να μην έχουν αποδώσει, αλλά να οδηγούν ακόμα και σε αντίθετα αποτελέσματα, η χρήση του ευρωπαϊκού σχέδιου διάσωσης αποτελεί την τελευταία ελπίδα σωτηρίας.
Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) κ. Ζαν – Κλοντ Τρισέ μιλώντας την προηγούμενη εβδομάδα στους υπουργούς Οικονομικών της Eυρωζώνης προειδοποίησε ότι η κατάσταση των ελληνικών τραπεζών παραμένει δύσκολη και μπορεί να επιδεινωθεί περαιτέρω. Και αυτό παρά την άπλετη ρευστότητα που μέχρι τώρα προσφέρει η ΕΚΤ, αλλά και την αλλαγή των κανόνων για την αποδοχή, πέραν του 2010, ελληνικών ομολόγων ως εγγύηση για τη χορήγηση ρευστότητας.
Ρευστότητα
Ο κίνδυνος της ρευστότητας μπορεί να έχει περιοριστεί, λόγω της δυναμικής συμβολής της ΕΚΤ η οποία παρέχει άπλετη ρευστότητα στις ελληνικές τράπεζες, ωστόσο, ορατός παραμένει ο κίνδυνος εκδήλωσης ενός τρίτου κύματος εκροών καταθέσεων με καταστρεπτικές επιπτώσεις. Οσο όμως η κυβέρνηση δεν σταθεροποιεί την κατάσταση, ο φόβος για το αύριο μεγαλώνει και η ανησυχία μεταδίδεται με ταχύτητα σε όλα τα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Παρά τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις της Ε. Ε., της κυβέρνησης, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ) και των επιτελών των εμπορικών τραπεζών ότι δεν υπάρχει θέμα χρεοκοπίας της χώρας, η ανησυχία κυριαρχεί και το ερώτημα αν κινδυνεύουν οι καταθέσεις στην Ελλάδα παραμένει στα χείλη των καταθετών. Η ανησυχία εν πολλοίς έχει μια βάση: μήνες μετά τη θριαμβευτική εκλογή του ΠΑΣΟΚ, η χώρα παραμένει σε κατάσταση περιδίνησης και οι χειρισμοί αντί να σταθεροποιήσουν το σκάφος προκαλούν ακόμα πιο βίαιες περιστροφές. Αν η φιλολογική ανησυχία για την τύχη των καταθέσεων που διατυπώνουν καθημερινά τα νοικοκυριά λάβει σάρκα και οστά και μετατραπεί σε μείωση καταθέσεων με αγορά άλλων περιουσιακών στοιχείων ή αύξηση των ρευστών διαθεσίμων για προληπτικούς λόγους, τότε οι αντοχές των ελληνικών τραπεζών θα βρεθούν σε οριακό σημείο. Τον καταστροφικό αυτό κίνδυνο, που για να ενεργοποιηθεί δεν απαιτείται παρά η αδυναμία μιας πολύ μικρής τράπεζας, η κυβέρνηση είτε υποτιμά είτε αγνοεί.
Ο δεύτερος μεγάλος κίνδυνος για τις εγχώριες τράπεζες είναι αυτός που έχει να κάνει με την παρουσία τους στο εξωτερικό.
Οσο η ελληνική οικονομία παραμένει σε κατάσταση περιδίνησης και δεν εφαρμόζονται οι απαραίτητες πολιτικές για την ανόρθωση και την ανάρρωση της οικονομίας, τόσο μεγεθύνεται το φάσμα μιας πολυετούς ύφεσης. Οι τραπεζίτες επιμένουν να υπενθυμίζουν με νόημα ότι η οικονομία είναι ένας ζωντανός οργανισμός και από ένα σημείο και μετά, μπορούν να προκληθούν βλάβες που δεν μπορούν να θεραπευθούν παρά μόνον έπειτα από πάρα πολλά χρόνια.
Ο μέγας κίνδυνος για τις τράπεζες είναι η ελληνική οικονομία να βαλτώσει σε μια πολυετή ύφεση, όταν η παγκόσμια οικονομία και μαζί τους οι γειτονικές χώρες θα έχουν επανέλθει σε ανοδική πορεία.
Να πουλήσουν
Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος, ακόμα κι αν οι εγχώριες τράπεζες αντέξουν τη φετινή χρονιά διατηρώντας τις θυγατρικές τους στη ΝΑ Ευρώπη, να έρθει η στιγμή που οι κεντρικοί τραπεζίτες των γειτονικών χωρών θα φωνάξουν τις διοικήσεις και θα τους ζητήσουν αυστηρά είτε να επιτελέσουν το έργο τους, δηλαδή να χρηματοδοτούν τις τοπικές οικονομίες, είτε, αν δεν μπορούν να το κάνουν, να πουλήσουν τις θυγατρικές τους σε άλλες τράπεζες. Ετσι μπορεί γρήγορα να χαθεί ό, τι με πολύ κόπο και μεγάλες επενδύσεις χτίστηκε τις τελευταίες δύο δεκαετίες: σήμερα, οι ελληνικές τράπεζες στις χώρες της ΝΑ Ευρώπης ελέγχουν ένα δίκτυο 3.500 καταστημάτων, απασχολούν 40.000 εργαζομένους και το σύνολο του ενεργητικού φτάνει τα 50 δισ. ευρώ.
Για το χρηματοπιστωτικό σύστημα επιβάλλεται η χρήση του μηχανισμού στήριξης και θεωρείται απαράδεκτη η διαχείριση της κρίσης να περιορίζεται στα όρια της επικοινωνίας και των εντυπώσεων, που στο τέλος της ημέρας δεν αποδίδουν κανένα αποτέλεσμα.
Γιαννης Παπαδογιαννης
Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή.