Για υποβάθμιση των ελληνικών τραπεζών, εξαιτίας του σχεδίου νόμου του υπουργείου Οικονομίας για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων νοικοκυριών, προειδοποιεί η Fitch, σε μια περίοδο κατά την οποία ο κίνδυνος ρευστότητας απειλεί τις εγχώριες τράπεζες.
Διάχυτη είναι η ανησυχία για τις δυνατότητες άντλησης ρευστότητας, καθώς με το φάσμα της χρεοκοπίας να απειλεί την ελληνική οικονομία, ο δανεισμός από πλευράς τραπεζών είναι πρακτικά αδύνατος. Ηδη εγχώριες τράπεζες εμφάνισαν δυσκολίες στην εξυπηρέτηση υποχρεώσεων, αντλώντας πρόσθετη ρευστότητα από άλλες ελληνικές τράπεζες. Χθες, σε συνάντηση του υπουργού Οικονομικών κ. Γ. Παπακωνσταντίνου με επιτελείο της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών (ΕΕΤ), οι τραπεζίτες έθεσαν με έμφαση το θέμα της ρευστότητας, καθώς και των επιπτώσεων των νομοσχεδίων για τη ρύθμιση υποχρεώσεων. Μετά τη συνάντηση, ο γενικός γραμματέας της ΕΕΤ σε ερώτηση για την έκθεση της Fitch σημείωσε ότι αυτά τα προβλήματα και οι κίνδυνοι είχαν επισημανθεί τόσο από τις τράπεζες όσο και στις παρατηρήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Οι επιτελείς των τραπεζών ζήτησαν επίσης πρωτοβουλίες για τον επαναπατρισμό κεφαλαίων, στο πρότυπο της Ιταλίας και την τόνωση της ρευστότητας.
Επιτελικά στελέχη τραπεζών σημειώνουν στην «Κ» ότι αν δεν αντιμετωπιστεί το δημοσιονομικό πρόβλημα και δεν γίνουν αποφασιστικά βήματα για την ανάκτηση της αξιοπιστίας, οι δυνατότητες αυτόνομης αντίδρασης των τραπεζών είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Οι τράπεζες κινδυνεύουν να μετατραπούν στον επόμενο αδύναμο κρίκο, καθώς μέχρι το τέλος Ιουνίου όχι μόνο πρέπει να επιστρέψουν περίπου 28 δισ. ευρώ στην ΕΚΤ όσο και να αναχρηματοδοτήσουν άλλες εκδόσεις ύψους δεκάδων δισ. ευρώ. «Αν το κόστος του χρήματος δεν υποχωρήσει σε λειτουργικά επίπεδα, μοναδική σανίδα σωτηρίας για τις εγχώριες τράπεζες θα είναι η ΕΚΤ», σημειώνουν αναλυτές.
Στελέχη τραπεζών υπογραμμίζουν με απογοήτευση ότι σε μια κρίσιμη περίοδο, όπου βασική προϋπόθεση για την έξοδο από την κρίση είναι ένα ισχυρό τραπεζικό σύστημα, η κυβέρνηση είτε έμμεσα (όπως οι σκέψεις για τη φορολόγηση καταθέσεων) είτε άμεσα, με τα νομοσχέδια του ΥΠΑΝ (με την ΕΚΤ να θέτει ζήτημα συστημικού κινδύνου), αλλά και τις συνεχείς επιθέσεις για τη μη χρηματοδότηση της οικονομίας, προκαλεί την αποδυνάμωση του τραπεζικού συστήματος. «Οι τράπεζες κατηγορούνται για τη μη χρηματοδότηση της οικονομίας όταν η μοναδική αιτία για την αδυναμία άντλησης κεφαλαίων είναι η δεινή δημοσιονομική κατάσταση», υπογραμμίζουν.
Είναι χαρακτηριστικό πως η Fitch σημειώνει ότι το σχέδιο νόμου (για τις οφειλές των νοικοκυριών) ενδέχεται να οδηγήσει σε μείωση των εισπράξεων και αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε εκδόσεις με βάση ενυπόθηκα και καταναλωτικά δάνεια (τιτλοποιήσεις και καλυμμένες ομολογίες), με κίνδυνο την πιστοληπτική υποβάθμιση των εν λόγω τίτλων.
Το υπουργείο Οικονομίας αντέδρασε στην έκθεση της Fitch, σημειώνοντας ότι οι εκτιμήσεις του διεθνούς οίκου βασίζονται σε εσφαλμένες υποθέσεις και προσθέτει ότι το σχέδιο νόμου εισάγει θεσμούς που υπάρχουν από χρόνια στις χώρες της Ευρωζώνης. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Πεταλωτής σχολιάζοντας την έκθεση σημείωσε ότι δεν υφίσταται καμία γενικευμένη ρύθμιση όλων των καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων και υπογράμμισε ότι δεν θίγεται η υγεία του τραπεζικού συστήματος.
Γιαννης Παπαδογιαννης
Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή