Η εξεύρεση ρευστότητας, η αντιμετώπιση των επισφαλειών και η υποστήριξη των μεγάλων επενδύσεων που έχουν πραγματοποιηθεί στην Ν.Α. Ευρώπη αποτελούν τα μεγάλα μέτωπα που θα αντιμετωπίσουν τη νέα χρονιά οι τράπεζες.
Πρόκειται για μεγάλα προβλήματα, την αντιμετώπιση των οποίων δυσχεραίνει κατά πολύ η ύφεση που πλήττει την εγχώρια οικονομία. Ωστόσο, το χειρότερο όλων για τις διοικήσεις των τραπεζών είναι ότι τα παραπάνω προβλήματα, και οι τρόποι λύσεις τους, είναι άμεσα συνδεδεμένα με τις εξελίξεις των δημοσίων οικονομικών. Αν η χώρα δεν εξασφαλίσει πίστωση χρόνου από τις αγορές (λαμβάνοντας γενναία και συγκεκριμένα μέτρα), τον οποίο θα αξιοποιήσει αποτελεσματικά για την ανάκτηση της αξιοπιστίας της χώρας, τότε λίγα πράγματα μπορούν να κάνουν οι διοικήσεις των τραπεζών για την αντιμετώπιση των προβλημάτων τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας και της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών, καθηγητής Βασίλης Ράπανος σημείωσε ότι η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί και χαρακτήρισε το 2010 ως κρίσιμο έτος. Επιτελικά στελέχη τραπεζών υπογραμμίζουν με έμφαση ότι οι πρώτοι μήνες του 2010 θα είναι περίοδος ζωτικής σημασίας για τη χώρα και τονίζουν ότι το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης που θα παρουσιαστεί στο τέλος του μήνα θα πρέπει να κερδίσει την εμπιστοσύνη των αγορών και να πείσει για την αποφασιστικότητα της χώρας να αναμετρηθεί με τα μεγάλα χρόνια προβλήματα.
Προσθέτουν ότι ακόμα και αν το πρόγραμμα γίνει θετικά δεκτό θα ακολουθήσει μια περίοδος σκληρής δοκιμασίας και θα πρέπει το πρόγραμμα να εφαρμοστεί με αποφασιστικότητα, συνέπεια και συνέχεια. Προειδοποιούν ότι αν το πρόγραμμα δεν κερδίσει την εμπιστοσύνη των αγορών υπάρχει αυξημένος κίνδυνος να μπούμε σε μεγάλες περιπέτειες, καθώς δύσκολα η χώρα θα μπορέσει να βρει επενδυτές για να εξασφαλίσει τους πόρους που χρειάζεται. Οι επιτελείς των τραπεζών αισιοδοξούν ότι το πρόγραμμα που θα παρουσιαστεί θα πετύχει τους στόχους και θα βάλει τις βάσεις για την ουσιαστική αναδόμηση της χώρας, την απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων και την έξοδο από την κρίση.
Στο πλαίσιο αυτό αισιοδοξούν ότι το πρόβλημα της ρευστότητας θα αντιμετωπιστεί σχετικά άνετα, αξιοποιώντας τις εναλλακτικές δυνατότητες που προσφέρονται στις διεθνείς αγορές. Οι διοικήσεις των τραπεζών ανησυχούν περισσότερο για την εξέλιξη των καθυστερήσεων, δεδομένης της επιδείνωσης των οικονομικών συνθηκών, καθώς κάθε αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων επιδεινώνει άμεσα την κεφαλαιακή βάση των τραπεζών. Πρόσθετη ανησυχία προκαλούν οι νομοθετικές πρωτοβουλίες του υπουργείου Οικονομίας για τη ρύθμιση των υποχρεώσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων, καθώς εκτιμούν ότι δημιουργείται ζήτημα ηθικού κινδύνου: αφενός η μεγάλη πλειοψηφία των συνεπών δανειοληπτών θα πληρώσει τα… χαμένα αφετέρου πολλοί δανειολήπτες πιστεύοντας ότι το κράτος θα τους «προστατεύσει», υπάρχει κίνδυνος, να συμπεριφερθούν ακόμα πιο απερίσκεπτα. Σε ό,τι αφορά την παρουσία στη Ν.Α. Ευρώπη τη χαρακτηρίζουν στρατηγικής σημασίας και υπογραμμίζουν ότι οι επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί θα υποστηριχθούν με κάθε μέσο.
Ο γρίφος των συγχωνεύσεων τραπεζών
Θα μπορούσε η κρίση να οδηγήσει στη δημιουργία μεγαλύτερων σχημάτων; Οι περισσότεροι αμφιβάλλουν. Ασφαλώς η συγχώνευση δύο μεγάλων εμπορικών τραπεζών θα δημιουργούσε σημαντικές οικονομίες κλίμακος (μείωση δαπανών, περιορισμός δικτύου – προσωπικού, ισχυροποίηση κεφαλαιακής βάσης, ευκολότερη πρόσβαση στις αγορές χρήματος κ.ά.). Ωστόσο, όλα αυτά μόνο θεωρητικά μπορούν να επιτευχθούν. Πέραν του ανελαστικού εργασιακού περιβάλλοντος, η ύφεση που πλήττει τη χώρα έχει ήδη αφαιρέσει το λίπος που απαιτείται προκειμένου να υποστηριχτεί μια μεγάλη κίνηση. Τραπεζικά στελέχη εκτιμούν ότι στο σημερινό περιβάλλον είναι πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθεί συγχώνευση μεταξύ δύο μεγάλων ελληνικών τραπεζών. Μεγαλύτερα περιθώρια υπάρχουν για τις μικρότερες τράπεζες και η κίνηση του Ομίλου Λαυρεντιάδη στην εκπνοή του έτους (απέκτησε το 31% της Proton Bank) αποτυπώνει το ενδιαφέρον που υπάρχει για τον τραπεζικό κλάδο. Αναλυτές θεωρούν πολύ πιθανή τη συγχώνευση της Αγροτικής Τράπεζας με το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ωστόσο οι δύο τράπεζες αποτελούν ειδική περίπτωση: έχουν έναν κοινό μέτοχο – το ελληνικό Δημόσιο, ενώ υπάρχει συμπληρωματικότητα στις εργασίες τους.
Γιαννης Παπαδογιαννης
Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή