Σε ταραγμένα νερά θα πρέπει να πλεύσουν τους επόμενους μήνες οι εγχώριες τράπεζες συμπαρασυρόμενες από τη δημοσιονομική δίνη που πλήττει τη χώρα και η οποία αναμένεται να ενταθεί, καθώς, προ των πυλών βρίσκεται το φάσμα της υποβάθμισης.
Οι εμπορικές τράπεζες καλούνται να διαχειριστούν τη χειρότερη δοκιμασία μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης: τη σταδιακή αντικατάσταση των 40 δισ. ευρώ που έχουν αντλήσει από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), το μεγαλύτερο μέρος των οποίων, τα 28,5 δισ. ευρώ, λήγουν τον προσεχή Ιούνιο. Επιπλέον 7,5 δισ. ευρώ λήγουν τον Σεπτέμβριο του 2010. Η αντικατάσταση των κεφαλαίων αυτών θα πρέπει να γίνει όχι μόνο σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό περιβάλλον, καθώς πολλές ευρωπαϊκές τράπεζες θα αντλήσουν κεφάλαια από τις αγορές, αλλά και με την αξιοπιστία της χώρας να διολισθαίνει ολοένα και χαμηλότερα. Ενα βήμα πριν από την υποβάθμιση της χώρας, κάτι που θα έχει άμεση επίπτωση στις επιχειρήσεις, οι εγχώριες τράπεζες θα βρεθούν αντιμέτωπες όχι μόνο με την αύξηση του κόστους δανεισμού, αλλά κυρίως με την περιορισμένη διαθεσιμότητα των επενδυτικών κεφαλαίων ειδικά για χώρες με μεγάλα δημοσιονομικά προβλήματα όπως η Ελλάδα. Η υποβάθμιση των ελληνικών ομολόγων θα επηρεάσει και τις εκδόσεις των τραπεζών καθώς τα επενδυτικά κεφάλαια που τοποθετούνται μόνο σε υψηλής αξιολόγησης εκδόσεις θα μας γυρίσουν την πλάτη. Ακόμα χειρότερα οι τράπεζες θα δυσκολευτούν να χρησιμοποιήσουν τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου ως εγγύηση για την άντληση ρευστότητας από άλλες πηγές.
Η πρώτη μη συμβατική διευκόλυνση που είχε παραχωρήσει η ΕΚΤ, η χορήγηση φτηνού χρήματος διάρκειας ενός έτους, σύντομα θα τερματιστεί. Ο πρόεδρος της ΕΚΤ, κ. Ζαν Κλοντ Τρισέ, σε πρόσφατη συνέντευξή του ουσιαστικά προανήγγειλε τον τερματισμό της έκτακτης χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών τραπεζών για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης. Ετσι η δημοπρασία που θα πραγματοποιηθεί τον προσεχή Δεκέμβριο από την ΕΚΤ για τη χορήγηση ρευστότητας ετήσιας διάρκειας, εκτός απροόπτου, θα είναι η τελευταία. Μετά η ΕΚΤ θα επιστρέψει σε φυσιολογικούς ρυθμούς, διατηρώντας γραμμές χρηματοδότησης προς τις εμπορικές τράπεζες, η διάρκεια των οποίων όμως δεν θα ξεπερνά τους 3 μήνες.
Στη δημοπρασία του Δεκεμβρίου οι εγχώριες τράπεζες είτε δεν θα συμμετάσχουν είτε θα αντλήσουν περιορισμένα κεφάλαια, καθώς η Τράπεζα της Ελλάδος έχει βάλει φραγμό στην άντληση πρόσθετων κεφαλαίων από την ΕΚΤ θεωρώντας ότι έχουν κάνει κατάχρηση. Μάλιστα στην τελευταία δημοπρασία της ΕΚΤ που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο, η ΤτΕ «υποχρέωσε» τις εγχώριες τράπεζες να περιοριστούν στα 7,5 δισ. ευρώ έναντι των 15 δισ. που επιδίωκαν να αντλήσουν. Η ΤτΕ ζητά με έμφαση από τις εμπορικές τράπεζες να κινηθούν γρήγορα και να φροντίσουν από τώρα για την εξεύρεση εναλλακτικών πηγών ρευστότητας. Οι ελληνικές τράπεζες έκαναν κατάχρηση της χρηματοδοτικής βοήθειας της ΕΚΤ όχι τόσο γιατί αντιμετώπιζαν πρόβλημα ρευστότητας όσο για την αποκόμιση «εύκολων» κερδών εκμεταλλευόμενες τις επιτοκιακές διαφορές. Τη σφοδρή ενόχλησή του για την τακτική αυτή μετέφερε ο διοικητής της ΤτΕ κ. Γεώργιος Προβόπουλος στην πρόσφατη συνέντευξή του στην «Κ», επισημαίνοντας δηκτικά ότι αν κάποιες τράπεζες εκμεταλλεύονται τη συγκεκριμένη ρευστότητα, δίκην κερδοσκοπικού arbitrage, δεν πράττουν σωστά.
Πέραν τις έκτακτης χρηματοδότησης η δεύτερη μεγάλη βοήθεια που προσέφερε η ΕΚΤ στις ευρωπαϊκές τράπεζες ήταν η αποδοχή τίτλων σχετικά χαμηλής διαβάθμισης (ΒΒΒ) ως εγγύηση για την παροχή ρευστότητας. Και αυτή η μη συμβατική ενέργεια θα αποσυρθεί, και η ΕΚΤ θα αποδέχεται μόνον υψηλής ποιότητας τίτλους ως εγγύηση για την παροχή ρευστότητας. Ο μεγάλος φόβος των επιτελών των εγχώριων τραπεζών είναι το 2010 να έχουμε υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας και παράλληλα η ΕΚΤ να αποφασίσει να αποδέχεται ως εγγύηση για τη χορήγηση ρευστότητας μόνον υψηλής ποιότητας τίτλους. Ο συνδυασμός αυτός θα μπορούσε να έχει εφιαλτικές επιπτώσεις για τις ελληνικές τράπεζες και ευρύτερα την εγχώρια οικονομία.