Το φάσμα του υψηλού κόστους δανεισμού, εξαιτίας της κακής δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, προβληματίζει ιδιαίτερα τους τραπεζίτες και περιορίζει σημαντικά τις δυνατότητες μακροχρόνιου σχεδιασμού ανάπτυξης.
Οι επιτελείς των τραπεζών σημειώνουν ότι η μεγάλη αύξηση του κόστους δανεισμού αποτελεί συστημικό πρόβλημα και αν δεν αντιμετωπιστεί το μεγάλο πρόβλημα της κακής οικονομικής κατάστασης της χώρας, οι τράπεζες αλλά και ευρύτερα οι ελληνικές επιχειρήσεις που έχουν διεθνείς δραστηριότητες θα βρεθούν με σοβαρό ανταγωνιστικό μειονέκτημα. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις τράπεζες, όπου το κόστος του χρήματος αποτελεί το καθοριστικότερο λειτουργικό στοιχείο, κινδυνεύουν να βρεθούν σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες που επιχειρούν στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Στελέχη τραπεζών επισημαίνουν ότι η άνετη άντληση από το Δημόσιο δανειακών κεφαλαίων την εφετινή χρονιά δεν σημαίνει ότι θα συνεχιστεί. Η διαδικασία της απομόχλευσης βρίσκεται σε εξέλιξη και τα επόμενα χρόνια οι δανειστές θα είναι ολοένα και περισσότερο επιλεκτικοί στο πού δανείζουν. Ετσι, αν οι μεταρρυθμίσεις δεν προχωρήσουν και η οικονομική κατάσταση της χώρας επιδεινωθεί είναι βέβαιο ότι το κόστος δανεισμού του Δημοσίου να αυξηθεί περαιτέρω.
Επί του παρόντος πάντως οι εγχώριες τράπεζες απολαμβάνουν την εξαιρετικά «φθηνή» ρευστότητα που αφειδώς προσφέρει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με χαρακτηριστικά που προσομοιάζουν σε μακροχρόνιο δανεισμό.
Ομως η μη συμβατική αυτή δυνατότητα, που προσέφερε η ΕΚΤ για την ανακούφιση των τραπεζών από τις επιπτώσεις της κρίσης, έχει ημερομηνία λήξης. Τότε οι εγχώριες τράπεζες θα πρέπει όχι απλά να επιστρέψουν τα περίπου 45 δισ. ευρώ που έχουν αντλήσει από την ΕΚΤ αλλά να τα αντικαταστήσουν με νέα κεφάλαια που θα δανειστούν -με όρους αγοράς- από τις διεθνείς αγορές. Ευτυχώς για τις εγχώριες τράπεζες αυτό θα γίνει σε βάθος χρόνου, σταδιακά και με τρόπο που σε καμία περίπτωση δεν θα δημιουργήσει πίεση. Παρόλα αυτά στο τέλος της ημέρας, οι τράπεζες θα βρεθούν αντιμέτωπες με το υψηλό κόστος δανεισμού απόρροια της κακής οικονομικής κατάστασης της χώρας και η προσαρμογή στα νέα δεδομένα δεν θα είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Ασφαλώς το υψηλό κόστος του χρήματος σε σημαντικό βαθμό θα μετακινηθεί στους δανειολήπτες, τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που θα δουν τη διαφορά των επιτοκίων δανεισμού, Ελλάδας – Ευρωζώνης, να διευρύνεται σημαντικά.
Οι εγχώριες τράπεζες, με τα πρώτα σημάδια ομαλοποίησης των συνθηκών έσπευσαν να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους στη μουδιασμένη επαναλειτουργία των διεθνών αγορών. Αν και πρόκειται για πολύ μικρά πόσα, σε σχέση με τις κεφαλαιακές ανάγκες τους, οι τράπεζες προχώρησαν με επιτυχία στην έκδοση ειδικών ομολογιακών δανείων, τα οποία αποκτήθηκαν κυρίως από ξένους επενδυτές. Η άντληση κεφαλαίων από τις διεθνείς αγορές πριν λίγους μήνες αποτελούσε μια περίπου αδιανόητη κίνηση. Ομως πριν λίγες ημέρες ο Ομιλος Πειραιώς όχι μόνο άντλησε με επιτυχία 500 εκατ. ευρώ από τις διεθνείς αγορές αλλά η έκδοση υπερκαλύφθηκε κατά 2,5 φορές και οι διαδικασίες ολοκληρώθηκαν μέσα σε 3,5 ώρες. Η πρώτη εγχώρια τράπεζα που έσπευσε να αξιοποιήσει το δειλό άνοιγμα των αγορών και γρήγορα ακολούθησε η Alpha Bank πραγματοποιώντας ανάλογη ομολογιακή έκδοση. Στελέχη τραπεζών χαρακτηρίζουν τις εκδόσεις αυτές ως αναγνωριστικές πτήσεις. Με τις εκδόσεις αυτές ασφαλώς δεν λύνουν το πρόβλημα χρηματοδότησης και ακριβώς επειδή μόλις τώρα τα γρανάζια των αγορών τίθενται ξανά σε κίνηση το κόστος άντλησης των κεφαλαίων αυτών είναι ιδιαίτερα υψηλό, κοντά στις 300 μονάδες βάσης (μ.β.). Στελέχη τραπεζών σημειώνουν ότι το περιθώριο δανεισμού θα πρέπει να μειωθεί τουλάχιστον κατά 100 μ.β. από τα τρέχοντα επίπεδα κάτι που δεν αναμένεται να γίνει πριν το φθινόπωρο και μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα επιβεβαιωθούν οι προσδοκίες για τη σταδιακή ανάκαμψη των οικονομιών.
Στην πραγματικότητα, μέσω των ομολογιακών αυτών εκδόσεων, οι εγχώριες τράπεζες θέλουν να δηλώσουν παρών, να επανατοποθετηθούν στον χάρτη ώστε όταν οι συνθήκες ομαλοποιηθούν και οι αγορές επανέλθουν σε φυσιολογικούς ρυθμούς λειτουργίας να είναι από τις πρώτες που θα αντλήσουν την αναγκαία ρευστότητα.
Γιαννης Παπαδογιαννης
Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή.