Η είδηση ότι έχει έρθει το τέλος του κόσμου είναι πρόωρη. Αυτό υπογράμμισε ο πρόεδρος της Alpha Bank κ. Γιάννης Κωστόπουλος μιλώντας σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος με τη συνεργασία του London School of Economics, ενώ την αισιοδοξία τους ότι τα χειρότερα της κρίσης είναι πίσω μας, διατύπωσαν ο πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας κ. Τάκης Αράπογλου και ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank κ. Νικόλαος Νανόπουλος.
Οι επικεφαλής των εμπορικών τραπεζών, ακολουθώντας τα βήματα του αντιπροέδρου της ΕΚΤ κ. Λ. Παπαδήμου, σημείωσαν ότι οι συνθήκες στις διεθνείς οικονομίες βελτιώνονται ωστόσο προειδοποίησαν για τον κίνδυνο η χώρα να παραμείνει σε ένα φαύλο κύκλο εάν δεν πραγματοποιηθούν με ταχύτητα γενναίες μεταρρυθμίσεις.
Ο κ. Κωστόπουλος απέδωσε την κρίση στις υπερβολές που κυριάρχησαν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό των τραπεζών από τον παραδοσιακό τους ρόλο και τις αξίες της εμπορικής τραπεζιτικής. «Η κρίση μάς οδηγεί πίσω στην αναζήτηση καταθέσεων, στην πρόνοια δημιουργίας υψηλών προβλέψεων, τη συντηρητική προσέγγιση σε ζητήματα χορηγήσεων, την οριοθέτηση της μεγέθυνσης μιας τράπεζας και ανάγκη αποτελεσματικής εξυπηρέτησης της πελατείας μας. Δηλαδή στα αυτονόητα, αυτά που πάντα έπρεπε να κάνουμε. Η κρίση οδηγεί τις τράπεζες στις παραδοσιακές αξίες και στην ανάκτηση του μέτρου», υπογράμμισε ο πρόεδρος της Alpha Bank. Προσέθεσε ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν είχαν εμπλακεί σε αυτές τις υπερβολές, ωστόσο, επηρεάστηκαν από τη μεγάλη αύξηση του κόστους του χρήματος.
Ο πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας κ. Τάκης Αράπογλου σημείωσε ότι υπάρχουν ενδείξεις ανάκαμψης, ενώ διατύπωσε την εκτίμηση ότι τελικά φαίνεται πως «η κρίση είναι πολύ απότομη, αλλά θα περάσει συντομότερα από ό,τι αρχικά αναμέναμε». Σημείωσε ότι οι προκλήσεις είναι μεγάλες, οι δυσκολίες πολλές, ωστόσο, υπογράμμισε ότι η κρίση είναι διαχειρίσιμη. Ο κ. Αράπογλου σημείωσε ακόμα ότι οι τράπεζες με υγιή κεφαλαιακή βάση που θα κατορθώσουν να τη διατηρήσουν και τα επόμενα δύο χρόνια θα βρεθούν σε πλεονεκτική θέση στο τέλος της κρίσης. Χαρακτήρισε ζωτικής σημασίας την ικανότητα των τραπεζών να διατηρήσουν την προ προβλέψεων κερδοφορία τους σε υψηλά επίπεδα και αναγνώρισε ότι το επόμενο διάστημα τα προβλήματα στην πραγματική οικονομία θα οδηγήσουν στην επιδείνωση της ποιότητας των χαρτοφυλακίων δανείων. «Η βασική μας αγορά, η Ελλάδα, θα υποστεί επιπτώσεις ωστόσο η πίεση θα είναι μεγαλύτερη στις χώρες της ΝΑ Ευρώπης», τόνισε. Σαν υπόθεση εργασίας έθεσε τον διπλασιασμό των καθυστερήσεων στο τέλος του 2009 (σε σχέση με τα επίπεδα του 2008) εκτιμώντας ότι το επίπεδο αυτό θα αποτελέσει το ζενίθ του επιπέδου αύξησης των καθυστερήσεων. Σε ό,τι αφορά τη ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος ο κ. Αράπογλου επισήμανε ότι είναι όχι μόνο δυσεύρετη, αλλά περισσότερο ακριβή από πριν και τόνισε ότι μέσω της σταδιακής ανάκαμψης της εμπιστοσύνης στις αγορές οι τράπεζες έχουν αρχίσει να μειώνουν την εξάρτησή τους από την βραχυπρόθεσμη ρευστότητα που παρέχει η ΕΚΤ. Σε ό,τι αφορά τη ζήτηση δανείων στην Ελλάδα προέβλεψε ότι θα παραμείνει αυξημένη συγκριτικά με τις άλλες ευρωπαϊκές.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank κ. Νικόλαος Νανόπουλος τόνισε ότι σήμερα, μετά από κάποιους δραματικούς μήνες μεγάλης απαισιοδοξίας, διαφαίνεται σταδιακά μια τάση σταθεροποίησης και επανεργοποίησης του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, και πιθανή επιστροφή της διεθνούς οικονομίας σε μία, έστω και αναιμική, ανάκαμψη, αρχικά στις ΗΠΑ και αργότερα και στην Ευρώπη.
Η Ελλάδα, τόνισε ο κ. Νανόπουλος, βίωσε ηπιότερα τις επιπτώσεις της κρίσης λόγω παραγόντων, όπως η εσωστρέφεια, το μικρό μέγεθος ο εκτεταμένος δημόσιος τομέας αλλά προειδοποίησε ότι τα καλά νέα τελειώνουν εδώ. Ο διευθύνων σύμβουλος έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου υπογραμμίζοντας: «Η Ελλάδα υποφέρει από χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες που υποσκάπτουν την οικονομική σταθερότητα και την προοπτική επιστροφής σε ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης». «Το βασικό πρόβλημα της χώρας», τόνισε ο κ. Νανόπουλος, «είναι ότι έχουμε εθιστεί στο να καταναλώνουμε περισσότερο από όσο παράγουμε. Θα πρέπει επομένως να ανατραπεί το αναπτυξιακό μας πρότυπο, με στροφή από την έμφαση στην κατανάλωση, προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της μακροχρόνιας αποταμίευσης και της τόνωσης της εγχώριας παραγωγής, της ανταγωνιστικότητας και της επιχειρηματικότητας». «Απαιτούνται οργανωτικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις, για την ενίσχυση του ανταγωνισμού και το άνοιγμα κλειστών αγορών, τη μείωση της γραφειοκρατίας, την ενίσχυση της διαφάνειας και της παραγωγικότητας στον δημόσιο τομέα, και την αναβάθμιση της εκπαίδευσης και των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού», κατέληξε ο κ. Νανόπουλος.
Την εκτίμηση ότι το 2010 θα σηματοδοτήσει την σταδιακή ανάκαμψη της οικονομίας της Ευρωζώνης και τον τερματισμό της πολιτικής των ασυνήθιστα χαμηλών επιτοκίων διατύπωσε ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) κ. Λουκάς Παπαδήμος, μιλώντας στην ημερίδα της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) για την διεθνή κρίση.
Ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ σημείωσε ότι η ανάσχεση του ρυθμού μείωσης της οικονομικής δραστηριότητας στην Ευρωζώνη, σε συνδυασμό με ορισμένους οικονομικούς δείκτες που αποτυπώνουν την ενίσχυση της εμπιστοσύνης αποτελούν ενθαρρυντικά σημάδια. Υπογράμμισε πάντως ότι οικοδομική δραστηριότητα είναι αδύναμη και θα παραμείνει αδύναμη για το υπόλοιπο της φετινής χρονιάς. Παράλληλα προειδοποίησε ότι αν δεν εφαρμοστούν οι κατάλληλες πολιτικές και δεν επιδείξουμε την δέουσα προσοχή στα προβλήματα τότε ορατός είναι ο κίνδυνος η κρίση να μετασχηματιστεί σε δημοσιονομική κρίση με τεράστιες επιπτώσεις τα επόμενα χρόνια.
Περιγράφοντας την στρατηγική εξόδου από την κρίση, ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ σημείωσε ότι είναι ανάγκη να περιλαμβάνει τρία βασικά στοιχεία:
- τη σταδιακή έξοδο από τη σημερινή πολιτική των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων και τον τερματισμό της πολιτική παροχής μη συμβατικών μέτρων προς τις εμπορικές τράπεζες για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης.
- την έξοδο από το καθεστώς αυξημένης κρατικής παρέμβασης και παρουσίας
- και τη σταδιακή έξοδο από τα δημοσιονομικά προγράμματα τόνωσης των οικονομιών. Ο κ. Παπαδήμος υπογράμμισε ότι όλα αυτά θα γίνουν σταδιακά και αφού οι συνθήκες στις αγορές ομαλοποιηθούν και αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη.
Γιαννης Παπαδογιαννης