Με βασικό στόχο τη διατήρηση ρυθμού πιστωτικής επέκτασης τουλάχιστον 10% ξεκινά το 2009, έτος υψηλών απαιτήσεων και ιδιαίτερα αυξημένων δυσκολιών για το τραπεζικό σύστημα. Hδη έχει αρχίσει η εκταμίευση των πρώτων κεφαλαίων από το κυβερνητικό σχέδιο στήριξης της ρευστότητας, συνολικού ύψους 28 δισ. ευρώ, ενώ οι χρηματοδοτικές διευκολύνσεις που παρέχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακουφίζουν, προσωρινά, τις εγχώριες τράπεζες. Ωστόσο, πέραν των σοβαρών επιπτώσεων της κρίσης, με προεξάρχουσα τη δυσλειτουργία της διατραπεζικής αγοράς, οι ελληνικές τράπεζες έχουν να αντιμετωπίσουν και τις ενδογενείς δυσχέρειες: νοικοκυριά (χωρίς εμπειρίες ύφεσης) που δανείστηκαν μεγάλα ποσά σε μικρό χρονικό διάστημα, επιχειρήσεις μικρές, εσωστρεφείς, ελάχιστα ανταγωνιστικές και μηδενική επιχειρηματικότητα που να γεννά νέες ιδέες, να στηρίζεται στην καινοτομία και να στοχεύει στο παγκόσμιο χωριό. Οι τράπεζες θα πρέπει να διοχετεύσουν τα κεφάλαια, μεγάλο μέρος των οποίων είναι τα λεφτά των φορολογουμένων του κυβερνητικού σχεδίου στήριξης, σε αξιόχρεους δανειολήπτες και υγιείς επιχειρήσεις, αποστολή που φαίνεται δυσκολότερη ακόμα και από την οριστική λύση του προβλήματος ρευστότητας.
Οι επιχειρήσεις ζητούν δάνεια όχι για παραγωγικές επενδύσεις, αλλά για να επιβιώσουν προειδοποιώντας ότι αν δεν «διευκολυνθούν» χρηματοδοτικά θα προχωρήσουν σε μείωση προσωπικού. Μεσούσης της διεθνούς κρίσης δεν έχουμε απλά μια νέα γενιά προβληματικών επιχειρήσεων, αλλά αμφισβητείται η δυνατότητα επιβίωσης ολόκληρων κλάδων, λόγω πεπαλαιωμένων δομών και χαμηλής παραγωγικότητας που τις καθιστά μη ανταγωνιστικές στον σύγχρονο κόσμο. Σε λίαν δυσχερή θέση και τα νοικοκυριά: τα προηγούμενα χρόνια με οδηγό τα χαμηλά επιτόκια και τη δίψα για την απόκτηση ιδιόκτητου σπιτιού, προσέφυγαν μαζικά στο εύκολο χρήμα, τον δανεισμό, οδηγώντας τις τιμές των ακινήτων στα ύψη. Πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι στην αγορά ακινήτων έχουν σημειωθεί υπερβολές και αμφιβάλλουν αν οι σημερινές τιμές σε πολλά αστικά κέντρα αντικατοπτρίζουν πραγματικές αξίες.
Ανησυχία προκαλεί η εξέλιξη της καταναλωτικής πίστης. Αν και η συνολική δανειακή επιβάρυνση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι σημαντικά χαμηλότερη της δανειακής επιβάρυνσης των χωρών της Ζώνης του Ευρώ (ΖτΕ) ωστόσο η χώρα μας ξεχωρίζει στην καταναλωτική πίστη. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία (Οκτ. 2008), ο βαθμός χρέωσης των νοικοκυριών στην καταναλωτική πίστη ανέρχεται στο 16,1% του ΑΕΠ, έναντι 15,8% στις χώρες της ΖτΕ. Δεδομένου ότι η ελληνική αγορά επιβαρύνεται με τα υψηλότερα επιτόκια στην καταναλωτική πίστη, η υπερχρέωση των Ελλήνων με καταναλωτικά δάνεια αποτυπώνει την ολοένα και μεγαλύτερη δυσκολία των νοικοκυριών να τα βγάλουν πέρα: δανείζονται με τα πανάκριβα επιτόκια των καταναλωτικών είτε για να αναχρηματοδοτήσουν παλαιότερες υποχρεώσεις είτε ακόμα χειρότερα για να καλύψουν βασικές βιοτικές ανάγκες.
Με λίγα λόγια οι τράπεζες και η κεντρική τράπεζα βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα γρίφο: από τη μια πλευρά πρέπει να διοχετεύσουν κεφάλαια στην αγορά ώστε να στηρίξουν την οικονομία και ταυτόχρονα να μην «κάψουν» τα χρήματα σε υπερδανεισμένα νοικοκυριά και επιχειρήσεις δίχως αύριο.
Συγκρατημένη αισιοδοξία
Πέρασαν τα χειρότερα; Στελέχη τραπεζών απαντούν καταφατικά, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα έχουμε κρούσμα χρεοκοπίας σαν αυτό της Lehman, η κατάρρευση της οποίας ταρακούνησε συθέμελα το σύστημα, σπέρνοντας τον σπόρο της αμφιβολίας και της αβεβαιότητας για τους πάντες.
Πάντως το οξύ πρόβλημα της ρευστότητας, τουλάχιστον προσωρινά, έχει αντιμετωπιστεί. Τα πρώτα κεφάλαια από το κυβερνητικό σχέδιο ενίσχυσης της ρευστότητας έχουν εκταμιευθεί στις τράπεζες, ενώ πρόσθετη ρευστότητα οι τράπεζες αντλούν μέσω τιτλοποιήσεων δανείων που καταθέτουν στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Τους τελευταίους μήνες οι εμπορικές τράπεζες έχουν αντλήσει περί τα 10 δισ. ευρώ από τιτλοποιήσεις δανείων που καταθέτουν στην ΕΚΤ, ενώ 2 δισ. ευρώ έχουν λάβει η Eurobank και η Πειραιώς από τα πρώτα ομόλογα που έλαβαν στο πλαίσιο του κυβερνητικού σχεδίου στήριξης. Την επόμενη εβδομάδα ακολουθούν και άλλες τράπεζες.
Η ενεργοποίηση των εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης ανακουφίζει τις τράπεζες, μειώνοντας το κόστος χρηματοδότησης, κάτι που αναμένεται να οδηγήσει στην αποκλιμάκωση των επιτοκίων καταθέσεων (η εκτίναξη των οποίων τους τελευταίους μήνες επηρεάζει καθοριστικά το κόστος λειτουργίας των τραπεζών). Ετσι εκτιμάται ότι σταδιακά θα αποκατασταθούν οι γραμμές χρηματοδότησης προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Η παρέμβαση της ΕΚΤ είναι προσωρινή για την αντιμετώπιση της κρίσης, ενώ και το κυβερνητικό σχέδιο στήριξης έχει βραχυπρόθεσμο ορίζοντα τη φετινή χρονιά. Το πώς θα διαμορφωθεί η κατάσταση στη διατραπεζική αγορά τους επόμενους μήνες παραμένει αβέβαιο, ωστόσο το βέβαιο είναι ότι αργά ή γρήγορα οι εγχώριες τράπεζες θα υποχρεωθούν να αναχρηματοδοτήσουν τις υποχρεώσεις τους με όρους αγοράς.
Γιαννης Παπαδογιαννης
Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή.