Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Στην ενεργοποίηση του σχεδίου Β, δηλαδή τη συγχώνευση με άλλη εγχώρια τράπεζα, προχωρεί η Aspis Bank μετά την απόφαση της Apollo Management να μη συμμετέχει στη σχεδιαζόμενη αύξηση κεφαλαίου της τράπεζας.

Κατά πληροφορίες, οι διεργασίες για την απορρόφηση της Aspis Bank από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο (Τ.Τ.) βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο και η λύση αυτή έχει λάβει τις ευλογίες πολλών πλευρών.

Το ενεργητικό του Τ.Τ. ανέρχεται, σύμφωνα με τα στοιχεία του εννεαμήνου, στα 16 δισ. ευρώ, οι χορηγήσεις τα 7,8 δισ. ενώ οι καταθέσεις στα 12,5 δισ. ευρώ. Αντίστοιχα το ενεργητικό της Aspis Bank ανέρχεται σε 2,58 δισ. οι χορηγήσεις τα 1,95 δισ. ευρώ ενώ οι καταθέσεις φτάνουν τα 1,92 δισ. ευρώ. Υπενθυμίζεται ότι στο τέλος του 2009 πραγματοποιήθηκαν διαπραγματεύσεις μεταξύ της διοίκησης της Aspis Bank και του αμερικανικού fund Apollo Management International για τη συμμετοχή του στην αύξηση κεφαλαίου της τράπεζας. Οι δύο πλευρές βρέθηκαν ένα βήμα πριν από την ολοκλήρωση της συμφωνίας, ενώ στα μέσα Δεκεμβρίου ολοκληρώθηκε το due diligence της τράπεζας. Ωστόσο, στις αρχές του 2010 το fund πραγματοποίησε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών και ακύρωσε την ολοκλήρωση της συμφωνίας. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις η αλλαγή της στάσης της Apollo Management οφείλεται στη ραγδαία επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών στη χώρα και τον εκτροχιασμό των δημοσιονομικών. Πέραν των εξελίξεων με την Aspis Bank είναι βέβαιο ότι το Τ.Τ. βρίσκεται στο «στόχαστρο» των μεγάλων εμπορικών τραπεζών, καθώς η μεγάλη καταθετική βάση του το καθιστά πολύφερνη νύφη. Ειδικά στη σημερινή συγκυρία, όπου το ζήτημα της ρευστότητας αποτελεί το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα για τις τράπεζες. Αν και η νέα διοίκηση του Τ.Τ. έχει υπογραμμίσει ότι βασικός στόχος είναι η περαιτέρω αυτόνομη ανάπτυξη της τράπεζας, εντούτοις πληροφορίες επιμένουν ότι σύντομα θα υπάρξουν εξελίξεις. Ο λόγος είναι ότι το Τ.Τ. αποτελεί μια εύκολη υπόθεση για την υλοποίηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων της κυβέρνησης. Εθνική Τράπεζα και Eurobank έχουν κάποιο προβάδισμα δεδομένου ότι ήδη ελέγχουν ποσοστό 6% (η κάθε μία) των μετοχών του Τ.Τ., ωστόσο στη μάχη της διεκδίκησης είναι πολύ πιθανό να εισέλθουν και άλλες εγχώριες τράπεζες. Ηδη, η διοίκηση της Αγροτικής Τράπεζας έχει διατυπώσει το ενδιαφέρον της για το Τ.Τ. Η κατάληξη του Τ.Τ. ενδέχεται να εξαρτηθεί από τις γενικότερες κινήσεις εξαγορών – συγχωνεύσεων στον κλάδο.

Γιαννης Παπαδογιαννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Περιορίζονται δραστικά τα εργαλεία που έχουν στη διάθεσή τους οι εγχώριες τράπεζες για την άντληση ρευστότητας, σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο για τη χώρα και το τραπεζικό σύστημα. Μετά την απόφαση της Moody’s να προχωρήσει στην αναθεώρηση των κριτηρίων για την αξιολόγηση των τιτλοποιήσεων των εγχώριων τραπεζών, στενεύουν τα περιθώρια για νέες τιτλοποιήσεις. Παράλληλα, η εκτόξευση του κόστους του χρήματος εξαιτίας της δεινής δημοσιονομικής κατάστασης και η κατάρρευση της αξιοπιστίας της χώρας καθιστούν πολύ δύσκολη την άντληση ρευστότητας μέσω ομολογιακών εκδόσεων ή μέσω της διατραπεζικής αγοράς.

Στελέχη τραπεζών σημειώνουν στην «Κ» ότι στη σημερινή συγκυρία, δύο είναι οι πηγές άντλησης ρευστότητας που παραμένουν στη διάθεση των ελληνικών τραπεζών: η προσέλκυση καταθέσεων και η έκδοση καλυμμένων ομολογιών.

Ωστόσο, πρόκειται για δύο δυνατότητες με περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Οι καταθέσεις είναι συγκεκριμένες και για να αυξήσει μια τράπεζα τις καταθέσεις της θα πρέπει να τις αποσπάσει από άλλη. Πρόκειται για ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, καθώς το κέρδος (αύξηση κατάθεσης) της μιας τράπεζας θα είναι ακριβώς ίσο με όσα χάσει (μείωση κατάθεσης) μια άλλη τράπεζα. Ετσι, συνολικά για το εγχώριο τραπεζικό σύστημα δεν μπορεί να αναπληρώσει τη ρευστότητα μέσω αύξησης καταθέσεων: ακόμη κι αν ορισμένες τράπεζες λύσουν το πρόβλημά τους με αυτόν τον τρόπο, κάποιες άλλες θα αποδυναμωθούν επικίνδυνα, δημιουργώντας θέμα συστημικού κινδύνου. Επιπλέον, υπάρχει κίνδυνος το κυνήγι των καταθέσεων να οδηγήσει σε αύξηση επιτοκίων, επιδεινώνοντας τις συνθήκες στο τραπεζικό σύστημα. Διέξοδο θα μπορούσε να αποτελέσει η προσέλκυση καταθέσεων στη χώρα μέσω θέσπισης κινήτρων για τον επαναπατρισμό κεφαλαίων. Ωστόσο, στελέχη τραπεζών αμφισβητούν τις δυνατότητες μιας τέτοιας κίνησης, δεδομένων των μεγάλων αβεβαιοτήτων που περιβάλλουν τη χώρα. Υπενθυμίζεται ότι αντίστοιχη προσπάθεια της προηγούμενης κυβέρνησης μετά το 2004, όταν η χώρα βρισκόταν σε εξαιρετική κατάσταση (ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν) και δεν υπήρχε ίχνος των σημερινών αβεβαιοτήτων και κινδύνων, δεν απέδωσε παρά ελάχιστα. Σήμερα, οι τράπεζες βρίσκονται αντιμέτωπες με μείωση καταθέσεων, καθώς οι αρχικές άτυχες σκέψεις περί πρόσθετης φορολόγησης των καταθέσεων και αξιοποίησής τους ως στοιχείου για τον προσδιορισμό «πόθεν έσχες» οδήγησαν πολλούς σε προληπτική μετακίνηση των κεφαλαίων τους σε τράπεζες του εξωτερικού. Στο σημερινό περιβάλλον, με όλες αυτές τις αβεβαιότητες και τους κινδύνους που απειλούν τη χώρα, δεν μπορεί να περιμένει κανείς ρεαλιστικά την επιστροφή κεφαλαίων, σημειώνουν στελέχη τραπεζών.

Σε ό, τι αφορά τις καλυμμένες ομολογίες, σημειώνεται ότι ήδη πολλές εγχώριες τράπεζες έχουν κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής και δεδομένων των εποπτικών περιορισμών, δεν υπάρχουν σημαντικά περιθώρια για την αντιμετώπιση των αναγκών αναχρηματοδότησης των υποχρεώσεων των εγχωρίων τραπεζών.

Η απόφαση της Moody’s για την αναθεώρηση των κριτηρίων αξιολόγησης των τιτλοποιήσεων των ελληνικών τραπεζών αποτελεί συνέχεια της υποβάθμισης των κρατικών ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου, τον περασμένο Δεκέμβριο, σε A2 από A1. Σύμφωνα με τη Moody’s, είναι δύσκολο οι τιτλοποιήσεις των ελληνικών τραπεζών να αξιολογούνται με Aaa, δηλαδή υψηλότερη από την αξιολόγηση του ελληνικού Δημοσίου και ως εκ τούτου, θα πρέπει να εξεταστεί εξονυχιστικά η ανθεκτικότητα των αξιολογήσεων του ιδιωτικού τομέα, σε σχέση με το δύσκολο οικονομικό περιβάλλον και τις δυσκολίες της ελληνικής κυβέρνησης. Οσο διαρκεί η αναθεώρηση των κριτηρίων, η Moody’s δεν θα εκδώσει αξιολόγηση Aaa σε ελληνικά τιτλοποιημένα χρεόγραφα ή καλυμμένα ομόλογα. Στην ανάλυσή του, πάντως, ο διεθνής οίκος επαναλαμβάνει ότι ο κίνδυνος για την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη είναι αμελητέος.

Υπογραμμίζεται ότι ο κίνδυνος ρευστότητας αποτελεί τη σημαντικότερη παράμετρο λειτουργίας ενός πιστωτικού ιδρύματος και είναι χαρακτηριστικό ότι προβλήματα ρευστότητας μπορεί να εκδηλωθούν ακόμη και σε τραπεζικά ιδρύματα με ισχυρή κεφαλαιακή βάση και υψηλούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.

Καμπανάκι από Fitch

Ενα ακόμη ισχυρό πλήγμα δέχθηκαν οι εγχώριες τράπεζες την προηγούμενη εβδομάδα: αυτή τη φορά από την Fitch. Σε ανάλυσή της υποστηρίζει ότι το σχέδιο νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων νοικοκυριών είναι πιθανό να οδηγήσει σε μείωση των εισπράξεων και αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε εκδόσεις με βάση ενυπόθηκα και καταναλωτικά δάνεια (τιτλοποιήσεις και καλυμμένες ομολογίες), με κίνδυνο την πιστοληπτική υποβάθμιση των εν λόγω τίτλων. Επίσης, σημειώνει την ανησυχία της για τον κίνδυνο ενίσχυσης μιας κουλτούρας που ευνοεί τους μη συνεπείς δανειολήπτες. Λίγες εβδομάδες πριν, σε άλλη ανάλυσή της για τις ελληνικές τράπεζες, η Fitch χαρακτήριζε μεγάλη πρόκληση την αναχρηματοδότηση των κεφαλαίων που άντλησαν από τα έκτακτα μέτρα της ΕΚΤ. Στελέχη τραπεζών σημειώνουν ότι η ρευστότητα για τους επόμενους μήνες είναι εξασφαλισμένη, αλλά μεσοπρόθεσμα το πρόβλημα θα τεθεί πιεστικά. Τονίζουν ότι αν δεν αντιμετωπιστεί η δημοσιονομική κατάσταση και δεν γίνουν αποφασιστικά βήματα για την ανάκτηση της αξιοπιστίας, οι δυνατότητες αυτόνομης αντίδρασης των τραπεζών είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Για τον λόγο αυτόν, προσθέτουν, πρέπει να δράσουμε με συνέπεια και πειθαρχία για να κερδίσουμε πόντους στην προσπάθεια ανάκτησης της αξιοπιστίας της χώρας.

Γιαννης Παπαδογιαννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Για υποβάθμιση των ελληνικών τραπεζών, εξαιτίας του σχεδίου νόμου του υπουργείου Οικονομίας για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων νοικοκυριών, προειδοποιεί η Fitch, σε μια περίοδο κατά την οποία ο κίνδυνος ρευστότητας απειλεί τις εγχώριες τράπεζες.

Διάχυτη είναι η ανησυχία για τις δυνατότητες άντλησης ρευστότητας, καθώς με το φάσμα της χρεοκοπίας να απειλεί την ελληνική οικονομία, ο δανεισμός από πλευράς τραπεζών είναι πρακτικά αδύνατος. Ηδη εγχώριες τράπεζες εμφάνισαν δυσκολίες στην εξυπηρέτηση υποχρεώσεων, αντλώντας πρόσθετη ρευστότητα από άλλες ελληνικές τράπεζες. Χθες, σε συνάντηση του υπουργού Οικονομικών κ. Γ. Παπακωνσταντίνου με επιτελείο της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών (ΕΕΤ), οι τραπεζίτες έθεσαν με έμφαση το θέμα της ρευστότητας, καθώς και των επιπτώσεων των νομοσχεδίων για τη ρύθμιση υποχρεώσεων. Μετά τη συνάντηση, ο γενικός γραμματέας της ΕΕΤ σε ερώτηση για την έκθεση της Fitch σημείωσε ότι αυτά τα προβλήματα και οι κίνδυνοι είχαν επισημανθεί τόσο από τις τράπεζες όσο και στις παρατηρήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Οι επιτελείς των τραπεζών ζήτησαν επίσης πρωτοβουλίες για τον επαναπατρισμό κεφαλαίων, στο πρότυπο της Ιταλίας και την τόνωση της ρευστότητας.

Επιτελικά στελέχη τραπεζών σημειώνουν στην «Κ» ότι αν δεν αντιμετωπιστεί το δημοσιονομικό πρόβλημα και δεν γίνουν αποφασιστικά βήματα για την ανάκτηση της αξιοπιστίας, οι δυνατότητες αυτόνομης αντίδρασης των τραπεζών είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Οι τράπεζες κινδυνεύουν να μετατραπούν στον επόμενο αδύναμο κρίκο, καθώς μέχρι το τέλος Ιουνίου όχι μόνο πρέπει να επιστρέψουν περίπου 28 δισ. ευρώ στην ΕΚΤ όσο και να αναχρηματοδοτήσουν άλλες εκδόσεις ύψους δεκάδων δισ. ευρώ. «Αν το κόστος του χρήματος δεν υποχωρήσει σε λειτουργικά επίπεδα, μοναδική σανίδα σωτηρίας για τις εγχώριες τράπεζες θα είναι η ΕΚΤ», σημειώνουν αναλυτές.

Στελέχη τραπεζών υπογραμμίζουν με απογοήτευση ότι σε μια κρίσιμη περίοδο, όπου βασική προϋπόθεση για την έξοδο από την κρίση είναι ένα ισχυρό τραπεζικό σύστημα, η κυβέρνηση είτε έμμεσα (όπως οι σκέψεις για τη φορολόγηση καταθέσεων) είτε άμεσα, με τα νομοσχέδια του ΥΠΑΝ (με την ΕΚΤ να θέτει ζήτημα συστημικού κινδύνου), αλλά και τις συνεχείς επιθέσεις για τη μη χρηματοδότηση της οικονομίας, προκαλεί την αποδυνάμωση του τραπεζικού συστήματος. «Οι τράπεζες κατηγορούνται για τη μη χρηματοδότηση της οικονομίας όταν η μοναδική αιτία για την αδυναμία άντλησης κεφαλαίων είναι η δεινή δημοσιονομική κατάσταση», υπογραμμίζουν.

Είναι χαρακτηριστικό πως η Fitch σημειώνει ότι το σχέδιο νόμου (για τις οφειλές των νοικοκυριών) ενδέχεται να οδηγήσει σε μείωση των εισπράξεων και αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε εκδόσεις με βάση ενυπόθηκα και καταναλωτικά δάνεια (τιτλοποιήσεις και καλυμμένες ομολογίες), με κίνδυνο την πιστοληπτική υποβάθμιση των εν λόγω τίτλων.

Το υπουργείο Οικονομίας αντέδρασε στην έκθεση της Fitch, σημειώνοντας ότι οι εκτιμήσεις του διεθνούς οίκου βασίζονται σε εσφαλμένες υποθέσεις και προσθέτει ότι το σχέδιο νόμου εισάγει θεσμούς που υπάρχουν από χρόνια στις χώρες της Ευρωζώνης. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Πεταλωτής σχολιάζοντας την έκθεση σημείωσε ότι δεν υφίσταται καμία γενικευμένη ρύθμιση όλων των καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων και υπογράμμισε ότι δεν θίγεται η υγεία του τραπεζικού συστήματος.

Γιαννης Παπαδογιαννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Η κακή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας αποτελούν τη βασική εστία πίεσης και ανησυχίας για τις ελληνικές τράπεζες, σύμφωνα με έκθεση της Deloitte, που παρουσιάζει σήμερα η «Καθημερινή».

Την ώρα που αυξάνει η ανησυχία για τον κίνδυνο ρευστότητας και τις δυνατότητες αντίδρασης των ελληνικών τραπεζών, η Deloitte εμφανίζεται καθησυχαστική. Κάτι σπάνιο στις μέρες μας.

Στην έκθεση υπογραμμίζεται, για παράδειγμα, ότι οι εγχώριες τράπεζες βρίσκονται σε αισθητά καλύτερη θέση από τις ευρωπαϊκές. Προκύπτει επίσης χαμηλός βαθμός δανεισμού ως ποσοστού του ΑΕΠ, μεγάλη καταθετική βάση και ισχυρή κεφαλαιακή βάση. Προβλέπει, όμως, με νόημα ότι το 2010 και το 2011 θα είναι έτη συγχωνεύσεων και θεωρεί πιθανό το ενδεχόμενο «μέγα-συγχωνεύσεων» μεταξύ των μεγάλων εγχώριων τραπεζών.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η κρίση αναπόφευκτα έχει δημιουργήσει μεγάλη πίεση στις μικρού μεγέθους τράπεζες. Ετσι αναμένεται η φετινή χρονιά και το 2011 να αποτελέσουν έτη συγκέντρωσης δυνάμεων στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα, με πρώτο αποτέλεσμα την απορρόφηση μικρών τραπεζών από μεγαλύτερες ή συγχωνεύσεις μικρών τραπεζών για τη δημιουργία μεγαλύτερου μεγέθους σχημάτων.

Ωστόσο η Deloitte δεν αποκλείει να δούμε και μέγα-συγχωνεύσεις μεταξύ μεγάλου μεγέθους τραπεζών. Το μόνο που χρειάζεται είναι μια συγχώνευση μεγάλων τραπεζών προκειμένου να πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις μεταξύ των άλλων μεγάλων ελληνικών τραπεζών, αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έκθεση.

Αναλυτικότερα, η Deloitte σημειώνει ότι έως τώρα οι ελληνικές τράπεζες κατάφεραν να ξεπεράσουν με επιτυχία τις επιπτώσεις της πρωτοφανούς διεθνούς κρίσης μέσω του αποτελεσματικού μοντέλου λειτουργίας, της ισχυρής κεφαλαιακής τους βάσης, καθώς και λόγω της μηδαμινής έκθεσής τους σε τοξικά και άλλα δομημένα επενδυτικά προϊόντα που αποτέλεσαν μια από τις βασικές γενεσιουργές αιτίες της κρίσης.

Ο διεθνής οίκος σημειώνει ότι οι εγχώριες τράπεζες απέφυγαν την εμπλοκή σε τοξικές επενδύσεις αξιοποιώντας τα κεφάλαιά τους για την εξαγορά τραπεζών και για την επέκταση της παρουσίας τους στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Σε πείσμα της μείωσης της κερδοφορίας άλλα και των αυξημένων εποπτικών απαιτήσεων, βάσει των απαιτήσεων της Βασιλείας ΙΙ, η χρηματοοικονομική τους κατάσταση, σύμφωνα με την Deloitte, παραμένει ισχυρή, ενώ οι πρόσφατες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου με την καταβολή μετρητών θωράκισαν ακόμα περισσότερο την κεφαλαιακή τους βάση και με αυτό τον τρόπο υποστήριξαν τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Η Deloitte υπογραμμίζει τις σημαντικές -και εξαιρετικά ευνοϊκές- διαφορές τόσο σε ό,τι αφορά τον βαθμό δανεισμού όσο και την καταθετική βάση μεταξύ των ελληνικών τραπεζών και του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης των «27».

Στο τέλος Σεπτεμβρίου 2009, το συνολικό ενεργητικό της Εθνικής έφτανε τα 112 δισ. ευρώ, της Eurobank τα 84 δισ., της Alpha τα 69 δισ., της Πειραιώς τα 53 δισ., της ΑΤΕ τα 29 δισ., της Εμπορικής επίσης στα 29 δισ. και της MarfiEgnatia στα 21 δισ. ευρώ.

«Καμπανάκι» για την άντληση κεφαλαίων

Με ανάμεικτα συναισθήματα υποδέχθηκαν οι επιτελείς των τραπεζών την επιτυχία της ομολογιακής έκδοσης του Δημοσίου την προηγούμενη Δευτέρα. Η υπερκάλυψη της έκδοσης έδωσε μια μεγάλη ανάσα σε όλους, καθώς λίγες ημέρες πριν η αβεβαιότητα ήταν τόσο μεγάλη, που πολλοί αμφέβαλλαν αν θα βρεθούν ξένοι να δανείσουν την Ελλάδα, ανεξαρτήτως επιτοκίου.

Την ανακούφιση όμως γρήγορα διαδέχθηκε ο προβληματισμός, καθώς το κόστος άντλησης των κεφαλαίων διαμορφώθηκε σε ανατριχιαστικά υψηλά επίπεδα: 350 μονάδες βάσης (μ.β.) υψηλότερα από το μέσο ευρωπαϊκό και 380 μ.β. από το γερμανικό επιτόκιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Κυπριακή Δημοκρατία άντλησε στο τέλος της εβδομάδας 1 δισ. ευρώ με κόστος 125 μονάδων βάσης.

Το κόστος αυτό είναι μη λειτουργικό καθώς εν πoλλoίς καθιστά περίπου αδύνατη την άντληση κεφαλαίων από τις τράπεζες. Σημειώνεται ότι μπορούν να δανειστούν μόνο αν πληρώσουν 100 με 150 μ.β. παραπάνω από το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου. Τι σημαίνει αυτό; Οτι οι τράπεζες δεν μπορούν να αντλήσουν κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν την πιστωτική επέκταση και, το χειρότερο, ότι θα δυσκολευτούν πάρα πολύ να αντλήσουν κεφάλαια για να αναχρηματοδοτήσουν τα 28 δισ. ευρώ (έως το τέλος Ιουνίου) που έλαβαν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στο πλαίσιο των έκτακτων μέτρων στήριξης. Αν οι πιέσεις δεν εκτονωθούν και δεν ανακτήσουμε ένα ελάχιστο όριο αξιοπιστίας, οι ελληνικές τράπεζες γρήγορα θα βρεθούν με την πλάτη στον τοίχο και η μόνη σωτηρία θα είναι η ΕΚΤ: παρέχοντας κάποια πρόσθετη πίστωση χρόνου για την επιστροφή των κεφαλαίων. Η προοπτική αυτή από πολλούς αναλυτές θεωρείται πιθανή και, αν συμβεί, θα αποτελέσει το «φιλί της ζωής» για τις εγχώριες τράπεζες. Οι τραπεζίτες σημειώνουν με έμφαση ότι το κόστος του χρήματος διαμορφώνεται σε μη βιώσιμα επίπεδα που προσομοιάζουν σε κατάσταση χρεοκοπίας και αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα που θα καθησυχάσουν τις αγορές, τότε οι πιθανότητες επιβίωσης είναι περιορισμένες. Ωστόσο η μεγάλη ανησυχία των επιτελών των τραπεζών είναι το ενδεχόμενο παρερμηνείας της υπερκάλυψη της ομολογιακής έκδοσης. Δηλαδή η κυβέρνηση να μη θεωρήσει την προσφορά των κεφαλαίων ως την ύστατη ευκαιρία, μια μικρή πίστωση χρόνου για δράση, αλλά να πιστέψει ότι παρά την αρνητική φημολογία είναι εύκολο ανά πάσα στιγμή να αντλήσει (έστω και με υψηλότερο κόστος) τα κεφάλαια που χρειάζεται και να αφεθεί σε μια πολιτική παθητικής διαχείρισης, όπως αυτή που τελικά ακολουθείται τους τελευταίους μήνες.

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή εδώ και εδώ.

Φυγή προς τα εμπρός, μέσω συνένωσης δυνάμεων για τη δημιουργία μεγαλύτερου μεγέθους σχημάτων, εξετάζουν οι διοικήσεις των μεγάλων εμπορικών τραπεζών. Απώτερος στόχος είναι να σπάσει ο κύκλος της απαισιοδοξίας και της αμφιβολίας και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την εκτόνωση των πιέσεων και τη δημιουργία προσδοκιών. Σύμφωνα με πληροφορίες, στις συζητήσεις και τις διεργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη συμμετέχουν και ξένες τράπεζες.

Επιτελικά στελέχη τραπεζών εκφράζουν την ανησυχία τους ότι το δεύτερο κύμα επιπτώσεων, μετά τις αφόρητες πιέσεις των αγορών προς την ελληνική κυβέρνηση και την εκτίναξη του κόστους δανεισμού του Δημοσίου σε δυσθεώρητα ύψη, θα πλήξει τις τράπεζες. Βασική εστία ανησυχίας είναι η ρευστότητα των εγχώριων τραπεζών. Η επικείμενη επιστροφή περίπου 40 δισ. ευρώ που έχουν αντλήσει από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), εκ των οποίων τα 25 δισ. ευρώ θα πρέπει να επιστραφούν μέχρι το τέλος Ιουνίου, αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση που έχουν αντιμετωπίσει οι ελληνικές τράπεζες. Δεδομένης της εκτόξευσης του κόστους δανεισμού και της αδυναμίας της κυβέρνησης να αποκαταστήσει την κρίση εμπιστοσύνης, η άντληση από τις διεθνείς αγορές αναγκαίων κεφαλαίων φαντάζει περίπου σαν αδύνατη αποστολή.

Η δημιουργία ισχυρότερων σχημάτων θα… τάρασσε τα νερά, θα δημιουργούσε νέες προοπτικές και προσδοκίες, ενώ παράλληλα οι μεγαλύτερου μεγέθους τράπεζες θα είχαν ευκολότερη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές για την άντληση χρήματος.

Σύμφωνα με πληροφορίες, στις συζητήσεις για τη συνένωση τραπεζών εξετάζεται και η συμμετοχή μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών, οι οποίες θα αποκτήσουν στρατηγικό κομμάτι της τάξεως του 10% του νέου σχήματος.

Ποια θα μπορούσαν να είναι τα νέα σχήματα; Οι συνδυασμοί είναι πολλοί. Ενα πιθανό δίδυμο είναι η Εθνική Τράπεζα με την Τράπεζα Πειραιώς. Υπενθυμίζεται ότι σχετικά πρόσφατα οι δύο τράπεζες βρέθηκαν ένα βήμα πριν από τη συγχώνευση. Η συνένωση των δύο τραπεζών θα δημιουργούσε μια τράπεζα με ενεργητικό 165 δισ. ευρώ. Αν στο σχήμα μετείχε και μια μεγάλη ξένη τράπεζα, τότε οι δυνατότητες πρόσβασης του νέου σχήματος στις διεθνείς αγορές θα πολλαπλασιάζονταν.

Σε μια τέτοια εξέλιξη είναι βέβαιο ότι η Eurobank θα αντιδρούσε δυναμικά. Πολλοί αναλυτές πιστεύουν ότι η Eurobank θα «χτυπούσε» το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο (Τ.Τ.) όπου ήδη ελέγχει ποσοστό 5%. Με την απόκτηση του Τ.Τ. ο όμιλος Eurobank θα ενίσχυε σημαντικά τη θέση του στην αγορά, ενώ παράλληλα θα είχε πρόσβαση στην πολύτιμη ρευστότητα του Τ.Τ.

Για την Alpha Bank οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι η πρόσφατη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 1 δισ. ευρώ έχει ενισχύσει σημαντικά την κεφαλαιακή της θέση και προβλέπουν ότι η «απάντηση» του ομίλου θα είναι συμμαχία με μεγάλη ξένη τράπεζα.

Βέβαια πολλά άλλα σενάρια είναι πιθανά: Η Τράπεζα Πειραιώς θα μπορούσε να στραφεί προς τις μεγάλες κυπριακές τράπεζες για τη σύναψη στρατηγικής συμμαχίας, ενώ δεδηλωμένη είναι η πρόθεση της διοίκησης της Αγροτικής Τράπεζας για συνένωση των δυνάμεων με το Τ.Τ. Ωστόσο, η νέα διοίκηση του Τ.Τ. ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο στην ατζέντα, υπογραμμίζοντας ότι στόχος της διοίκησης είναι η αυτοδύναμη ανάπτυξη της τράπεζας.

Από την άλλη, έμπειρα στελέχη τραπεζών συμβουλεύουν αυτοσυγκράτηση. Αναγνωρίζουν ότι οι οικονομίες κλίμακας από τη συγχώνευση δύο μεγάλων τραπεζών είναι σημαντικότατες: μείωση δαπανών μέσω συγχωνεύσεων των διοικητικών υπηρεσιών, περιορισμός δικτύου, αποχώρηση πλεονάζοντος προσωπικού, αύξηση μεριδίων αγοράς, ισχυροποίηση κεφαλαιακής βάσης, ευκολότερη πρόσβαση στις αγορές χρήματος, ενώ το μεγαλύτερο μέγεθος συνεπάγεται και μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη.

Ωστόσο, υπογραμμίζουν ότι το μεγάλο ερώτημα είναι κατά πόσο μπορούν να υλοποιηθούν στην πράξη αυτές οι οικονομίες κλίμακος ειδικά στην Ελλάδα που πέραν του ανελαστικού εργασιακού περιβάλλοντος η χώρα δοκιμάζεται από τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών.

Aspis Bank

Χωρίς αποτέλεσμα κατέληξαν οι επαφές μεταξύ της διοίκησης της Aspis Bank με την Apollo Management International για τη συμμετοχή του μεγάλου επενδυτικού fund στην αύξηση κεφαλαίου της τράπεζας. Οι δύο πλευρές βρέθηκαν ένα βήμα πριν από την ολοκλήρωση της συμφωνίας. Μάλιστα στα μέσα Δεκεμβρίου πραγματοποιήθηκε due diligence της τράπεζας. Εντούτοις στις αρχές του 2010 οι επιτελείς του fund άλλαξαν στάση. Κατά πληροφορίες, η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών και οι μεγάλες αβεβαιότητες για τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας αποτέλεσαν τη βασική αιτία για την απόσυρση του ενδιαφέροντος.

Γιαννης Παπαδογιαννης

Δείτε το  άρθρο στην Καθημερινή

Φυγή προς τα εμπρός, μέσω συνένωσης δυνάμεων για τη δημιουργία μεγαλύτερου μεγέθους σχημάτων, εξετάζουν οι διοικήσεις των μεγάλων εμπορικών τραπεζών. Απώτερος στόχος είναι να σπάσει ο κύκλος της απαισιοδοξίας και της αμφιβολίας και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την εκτόνωση των πιέσεων και τη δημιουργία προσδοκιών. Σύμφωνα με πληροφορίες, στις συζητήσεις και τις διεργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη συμμετέχουν και ξένες τράπεζες.

Επιτελικά στελέχη τραπεζών εκφράζουν την ανησυχία τους ότι το δεύτερο κύμα επιπτώσεων, μετά τις αφόρητες πιέσεις των αγορών προς την ελληνική κυβέρνηση και την εκτίναξη του κόστους δανεισμού του Δημοσίου σε δυσθεώρητα ύψη, θα πλήξει τις τράπεζες. Βασική εστία ανησυχίας είναι η ρευστότητα των εγχώριων τραπεζών. Η επικείμενη επιστροφή περίπου 40 δισ. ευρώ που έχουν αντλήσει από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), εκ των οποίων τα 25 δισ. ευρώ θα πρέπει να επιστραφούν μέχρι το τέλος Ιουνίου, αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση που έχουν αντιμετωπίσει οι ελληνικές τράπεζες. Δεδομένης της εκτόξευσης του κόστους δανεισμού και της αδυναμίας της κυβέρνησης να αποκαταστήσει την κρίση εμπιστοσύνης, η άντληση από τις διεθνείς αγορές αναγκαίων κεφαλαίων φαντάζει περίπου σαν αδύνατη αποστολή.

Η δημιουργία ισχυρότερων σχημάτων θα… τάρασσε τα νερά, θα δημιουργούσε νέες προοπτικές και προσδοκίες, ενώ παράλληλα οι μεγαλύτερου μεγέθους τράπεζες θα είχαν ευκολότερη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές για την άντληση χρήματος.

Σύμφωνα με πληροφορίες, στις συζητήσεις για τη συνένωση τραπεζών εξετάζεται και η συμμετοχή μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών, οι οποίες θα αποκτήσουν στρατηγικό κομμάτι της τάξεως του 10% του νέου σχήματος.

Ποια θα μπορούσαν να είναι τα νέα σχήματα; Οι συνδυασμοί είναι πολλοί. Ενα πιθανό δίδυμο είναι η Εθνική Τράπεζα με την Τράπεζα Πειραιώς. Υπενθυμίζεται ότι σχετικά πρόσφατα οι δύο τράπεζες βρέθηκαν ένα βήμα πριν από τη συγχώνευση. Η συνένωση των δύο τραπεζών θα δημιουργούσε μια τράπεζα με ενεργητικό 165 δισ. ευρώ. Αν στο σχήμα μετείχε και μια μεγάλη ξένη τράπεζα, τότε οι δυνατότητες πρόσβασης του νέου σχήματος στις διεθνείς αγορές θα πολλαπλασιάζονταν.

Σε μια τέτοια εξέλιξη είναι βέβαιο ότι η Eurobank θα αντιδρούσε δυναμικά. Πολλοί αναλυτές πιστεύουν ότι η Eurobank θα «χτυπούσε» το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο (Τ.Τ.) όπου ήδη ελέγχει ποσοστό 5%. Με την απόκτηση του Τ.Τ. ο όμιλος Eurobank θα ενίσχυε σημαντικά τη θέση του στην αγορά, ενώ παράλληλα θα είχε πρόσβαση στην πολύτιμη ρευστότητα του Τ.Τ.

Για την Alpha Bank οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι η πρόσφατη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 1 δισ. ευρώ έχει ενισχύσει σημαντικά την κεφαλαιακή της θέση και προβλέπουν ότι η «απάντηση» του ομίλου θα είναι συμμαχία με μεγάλη ξένη τράπεζα.

Βέβαια πολλά άλλα σενάρια είναι πιθανά: Η Τράπεζα Πειραιώς θα μπορούσε να στραφεί προς τις μεγάλες κυπριακές τράπεζες για τη σύναψη στρατηγικής συμμαχίας, ενώ δεδηλωμένη είναι η πρόθεση της διοίκησης της Αγροτικής Τράπεζας για συνένωση των δυνάμεων με το Τ.Τ. Ωστόσο, η νέα διοίκηση του Τ.Τ. ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο στην ατζέντα, υπογραμμίζοντας ότι στόχος της διοίκησης είναι η αυτοδύναμη ανάπτυξη της τράπεζας.

Από την άλλη, έμπειρα στελέχη τραπεζών συμβουλεύουν αυτοσυγκράτηση. Αναγνωρίζουν ότι οι οικονομίες κλίμακας από τη συγχώνευση δύο μεγάλων τραπεζών είναι σημαντικότατες: μείωση δαπανών μέσω συγχωνεύσεων των διοικητικών υπηρεσιών, περιορισμός δικτύου, αποχώρηση πλεονάζοντος προσωπικού, αύξηση μεριδίων αγοράς, ισχυροποίηση κεφαλαιακής βάσης, ευκολότερη πρόσβαση στις αγορές χρήματος, ενώ το μεγαλύτερο μέγεθος συνεπάγεται και μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη.

Ωστόσο, υπογραμμίζουν ότι το μεγάλο ερώτημα είναι κατά πόσο μπορούν να υλοποιηθούν στην πράξη αυτές οι οικονομίες κλίμακος ειδικά στην Ελλάδα που πέραν του ανελαστικού εργασιακού περιβάλλοντος η χώρα δοκιμάζεται από τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών.

Aspis Bank

Χωρίς αποτέλεσμα κατέληξαν οι επαφές μεταξύ της διοίκησης της Aspis Bank με την Apollo Management International για τη συμμετοχή του μεγάλου επενδυτικού fund στην αύξηση κεφαλαίου της τράπεζας. Οι δύο πλευρές βρέθηκαν ένα βήμα πριν από την ολοκλήρωση της συμφωνίας. Μάλιστα στα μέσα Δεκεμβρίου πραγματοποιήθηκε due diligence της τράπεζας. Εντούτοις στις αρχές του 2010 οι επιτελείς του fund άλλαξαν στάση. Κατά πληροφορίες, η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών και οι μεγάλες αβεβαιότητες για τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας αποτέλεσαν τη βασική αιτία για την απόσυρση του ενδιαφέροντος.

Γιαννης Παπαδογιάννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Εντείνεται η ανησυχία για τον κίνδυνο μετάδοσης των «ασθενειών» που προκαλεί η δεινή δημοσιονομική κατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου και η κρίση αξιοπιστίας στον τραπεζικό κλάδο, εξέλιξη που θα έθετε τη χώρα σε κατάσταση διπλής πίεσης.

Οι διοικήσεις των εγχώριων τραπεζών πρέπει να αντιμετωπίσουν τη μεγαλύτερη πρόκληση από την απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος, τον κίνδυνο ρευστότητας. Η ανησυχία για τις ελληνικές τράπεζες εστιάζεται στον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, δηλαδή την αδυναμία ενός πιστωτικού ιδρύματος να βρει επαρκείς πόρους για να χρηματοδοτήσει τις υποχρεώσεις του. Το φάσμα της επιστροφής των περίπου 40 δισ. ευρώ που έχουν αντλήσει από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), εκ των οποίων τα 25 δισ. θα πρέπει να επιστραφούν στο τέλος Ιουνίου, δημιουργεί ανησυχίες. Αν το Δημόσιο δεν πείσει τις αγορές και δεν αντλήσει τα απαιτούμενα κεφάλαια, πώς θα δανειστούν οι τράπεζες;

Επιτελικά στελέχη τραπεζών υπογραμμίζουν ότι η ρευστότητα για τους επόμενους μήνες είναι εξασφαλισμένη. Οι ανάγκες αναχρηματοδότησης είναι πολύ μικρές, ενώ υπενθυμίζουν ότι η ΕΚΤ έχει τερματίσει μόνον τις χρηματοδοτήσεις ετήσιας διάρκειας, που είχαν χορηγηθεί στο πλαίσιο της έκτακτης βοήθειας προς τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Οι τράπεζες έχουν ανά πάσα στιγμή τη δυνατότητα να αντλήσουν χρηματοδότηση μικρής διάρκειας από την ΕΚΤ, ξεπερνώντας με άνεση τυχόν έκτακτες δυσκολίες. Αν το Πρόγραμμα Σταθερότητας εφαρμοστεί, μέχρι το τέλος Ιουνίου οι μεγάλες αβεβαιότητες θα εκλείψουν, οι πιέσεις θα εκτονωθούν και οι τράπεζες με άνεση θα αντλήσουν τα αναγκαία κεφάλαια για την αποπληρωμή της ΕΚΤ. Υπογραμμίζεται ότι η ανησυχία για τις τράπεζες έχει κατά βάση μία μόνο πηγή: την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Οι αγορές δεν αμφιβάλλουν για την ποιότητα και την κατάσταση των τραπεζών, αλλά για την ικανότητα του Δημοσίου να συμμαζέψει τα του οίκου του.

Πάντως το θέμα της ρευστότητας θα απασχολήσει έντονα τους επόμενους μήνες. Η Fitch, σε ανάλυσή της για τις ελληνικές τράπεζες την προηγούμενη εβδομάδα, υπογραμμίζει τη μεγάλη πρόκληση για την αναχρηματοδότηση των κεφαλαίων που άντλησαν από την ΕΚΤ.

Η δεύτερη εστία πίεσης για τη ρευστότητα των τραπεζών είναι… εγχώρια. Η ανεύθυνη προσέγγιση κρίσιμων θεμάτων όπως η φορολόγηση των καταθέσεων ή η αξιοποίησή τους ως στοιχείο «πόθεν έσχες» προκάλεσε εκροή καταθέσεων. Η κυβέρνηση διέψευσε αυτές τις… ιδέες, ωστόσο η ζημιά έγινε καθώς η αβεβαιότητα γρήγορα μεταδόθηκε και πολλοί για προληπτικούς λόγους μετέφεραν καταθέσεις σε εναλλακτικές επιλογές. Στελέχη τραπεζών σημειώνουν ότι οι εκροές που πραγματοποιήθηκαν είναι περιορισμένης κλίμακας και χωρίς σοβαρές επιπτώσεις στις τράπεζες, ωστόσο υπογραμμίζουν την ανάγκη αυξημένης προσοχής και αυτοσυγκράτησης. Η συγκυρία δεν συγχωρεί επιπολαιότητες. Προβληματισμό και απογοήτευση στις τράπεζες προκαλεί η στάση του υπουργείου Οικονομίας για τη ρύθμιση των υποχρεώσεων επιχειρήσεων – νοικοκυριών. Οι τραπεζίτες αδυνατούν να αντιληφθούν την πολεμική στάση της κ. Κατσέλη και την επιμονή της στην ψήφιση ενός νόμου, η εφαρμογή του οποίου, σύμφωνα με την ΕΚΤ και την Τράπεζα της Ελλάδος, θα οδηγήσει σε μείωση της ρευστότητας στην αγορά, στην κεφαλαιακή επιβάρυνση των τραπεζών, δημιουργώντας ζήτημα συστημικού κινδύνου. Σε μια εύθραυστη περίοδο που απαιτεί συντονισμένη δράση όλων των δυνάμεων της χώρας για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, η κυβέρνηση… κυνηγά τις τράπεζες, δημιουργεί θέμα συστημικού κινδύνου για το τραπεζικό σύστημα από το πουθενά και αγνοεί την ΕΚΤ σε μια περίοδο που χρειάζεται απελπισμένα συμμαχίες και στήριξη.

Παρ’ όλα αυτά, στελέχη τραπεζών εμφανίζονται αισιόδοξα για την έξοδο από την κρίση. Πιστεύουν ότι ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου έχει ξεκάθαρη αντίληψη των πραγματικών προβλημάτων που ταλανίζουν τη χώρα και εκτιμούν ότι δεν πρόκειται να περιοριστεί σε απλή διαχείριση του σημερινού, μη βιώσιμου, μοντέλου λειτουργίας της χώρας. Εκφράζουν την αισιοδοξία τους ότι θα προχωρήσει σε γενναίες διαρθρωτικές αλλαγές και ρήξη με ομάδες συμφερόντων, νοοτροπίες και παράσιτα που επιβιώνουν εις βάρος του κοινωνικού συνόλου και κρατούν τη χώρα καθηλωμένη στην παρακμή. Και αν το Δημόσιο δεν μπορέσει να ανακτήσει την αξιοπιστία του και να δανειστεί τα απαιτούμενα κεφάλαια; Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στις τράπεζες; Οι επιτελείς των τραπεζών ξεκαθαρίζουν ότι δεν υπάρχουν επιλογές: δεν έχει νόημα να συζητάμε για τραπεζικό σύστημα σε μια χρεοκοπημένη οικονομία.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Η ενδυνάμωση της θέσης του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου (Τ. Τ.) στην αγορά, μέσω της ουσιαστικής ανάπτυξης των τραπεζικών εργασιών και η στήριξη της εγχώριας οικονομίας στη σημερινή δύσκολη συγκυρία αποτελούν τις βασικές προτεραιότητες της νέας διοίκησης της τράπεζας.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους ο πρόεδρος του Τ. Τ. κ. Κλέων Παπαδόπουλος ξεκαθάρισε ότι στόχος της νέας διοίκησης είναι η οργανική ανάπτυξη και η ενδυνάμωση της τράπεζας, υπογραμμίζοντας ότι δεν υπάρχει κανένα σχέδιο ιδιωτικοποίησης στον ορίζοντα. «Στρατηγική επιλογή μας είναι η ανάπτυξη των τραπεζικών εργασιών και η απεξάρτησή μας από έκτακτες πηγές εσόδων. Δεν έχει λογική μια τράπεζα να αξιοποιεί μεγάλο μέρος της ρευστότητάς της σε επενδυτικές δραστηριότητες και όχι σε τραπεζικές εργασίες», υπογράμμισε. Στόχος είναι το Τ. Τ. να αξιοποιήσει την υψηλή ρευστότητα που διαθέτει αναπτύσσοντας ουσιαστικά τις τραπεζικές εργασίες, με έμφαση τον τομέα της λιανικής, τις μικρές επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες. Παράλληλα, στα πλάνα της διοίκησης είναι και η επέκταση σε νέους γρήγορα αναπτυσσόμενους τομείς, όπως η χρηματοδότηση της πράσινης ανάπτυξης. Η επέκταση σε νέες δραστηριότητες δεν θα αλλοιώσει τον παραδοσιακό χαρακτήρα της τράπεζας και τον ιδιαίτερο κοινωνικό ρόλο της, δίνοντας πρόσβαση σε τραπεζικές υπηρεσίες και σε απομακρυσμένες περιοχές της χώρας.

Ο κ. Παπαδόπουλος ξεκαθάρισε, πάντως, ότι πρώτα θα ενισχυθούν οι δομές και τα συστήματα λειτουργίας και μετά θα επιχειρηθεί η αντεπίθεση στην αγορά. «Θέλουμε πρώτα να σταθούμε γερά στα πόδια μας. Να περπατήσουμε πριν αρχίσουμε να τρέχουμε», υπογράμμισε χαρακτηριστικά. Ειδικά σε ό, τι αφορά την επέκταση των χρηματοδοτήσεων και σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα πρέπει η τράπεζα να προχωρήσει στη δημιουργία των κατάλληλων υποδομών, καθώς δεν υπάρχει σχετική εμπειρία στον τομέα αυτό. Ο πρόεδρος του Τ. Τ. σημείωσε ότι για τον σκοπό αυτό το επόμενο διάστημα η διοικητική ομάδα θα ενισχυθεί με νέα στελέχη.

Ο αντιπρόεδρος του Τ. Τ. κ. Σπύρος Παντελιάς σημείωσε την αισιοδοξία του ότι τα προβλήματα της οικονομίας θα αντιμετωπιστούν και χαρακτήρισε τις πιέσεις που εμφανίζονται τις τελευταίες ημέρες στις αγορές υπερβολικές. Υπογράμμισε ακόμη την ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια της τράπεζας, με τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στο 18%, που αποτελεί τον υψηλότερο όχι μόνο στην ελληνική αγορά, αλλά και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Σε ό, τι αφορά τον ρυθμό πιστωτικής επέκτασης, υπογράμμισε ότι αυτός θα εξαρτηθεί από την πορεία της οικονομίας. Υπενθυμίζεται ότι στο 9μηνο το Τ. Τ. παρουσίασε καθαρά κέρδη ύψους 126 εκατ. ευρώ έναντι οριακού θετικού αποτελέσματος το αντίστοιχο διάστημα του 2008.

Γιαννης Παπαδογιαννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Αντιμέτωπες με τη μεγαλύτερη πρόκληση από την απελευθέρωση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος βρίσκονται οι διοικήσεις των εμπορικών τραπεζών: τον κίνδυνο ρευστότητας.

Παρά το γεγονός ότι οι οικονομίες σε Ευρώπη και ΗΠΑ εισέρχονται σταδιακά σε τροχιά ανάκαμψης, οι εγχώριες τράπεζες και ευρύτερα η οικονομία κινδυνεύουν με τα χειρότερα, αποτέλεσμα της οριακής δημοσιονομικής κατάστασης και της κατάρρευσης της αξιοπιστίας της χώρας. Επιτελικά στελέχη τραπεζών υπογραμμίζουν ότι από εδώ και πέρα πρέπει καθημερινά, με πειθαρχία, αποφασιστικότητα και συνέπεια να εργαστούμε για την υλοποίηση του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης και την επίτευξη των φιλόδοξων στόχων που έχουν τεθεί από την κυβέρνηση. Πρέπει πάση θυσία να πείσουμε τις αγορές ώστε να εκτονωθούν οι πιέσεις και να πάρουμε βαθιές ανάσες. Προειδοποιούν ότι αν δεν δώσουμε τα απαραίτητα δείγματα γραφής, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να παρασυρθούμε από μια δίνη πρωτοφανούς έντασης με απρόβλεπτη κατάληξη.

Aντανακλαστικά

Οι διοικήσεις των εγχώριων τραπεζών, επιδεικνύοντας υψηλά αντανακλαστικά στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, κατόρθωσαν το 2009 να ενισχύσουν τη ρευστότητα, αλλά και την κεφαλαιακή τους επάρκεια θωρακίζοντας τις γραμμές άμυνας.

Ωστόσο, η κατάσταση είναι εύθραυστη και οι κίνδυνοι πολλαπλασιάζονται από την ύφεση που πλήττει την οικονομία και κυρίως την αδυναμία του Δημοσίου να ανακτήσει την αξιοπιστία του: τόσο την περασμένη Πέμπτη που ανακοινώθηκε το νέο πρόγραμμα όσο και την Παρασκευή, το spread συνέχισε να διευρύνεται και το χρηματιστήριο δέχθηκε έντονες πιέσεις.

Λαϊκισμός

Μόνον ανεύθυνες φωνές λαϊκισμού ή φωνές που δεν κατανοούν την πραγματικότητα μπορούν να αποδώσουν τις πιέσεις αυτές σε κερδοσκοπικές κινήσεις. Δεν είναι η κερδοσκοπία η δύναμη που εξασθενίζει την ελληνική οικονομία, αλλά η αδυναμία της που προσελκύει (και) κερδοσκοπικές δυνάμεις.

Η μεγαλύτερη εστία κινδύνου και αποσταθεροποίησης για τη χώρα είναι η απόλυτη σύγχυση και η αδυναμία της πολιτικής ηγεσίας να κατανοήσει τη φύση των προβλημάτων. Είτε εξαιτίας ανευθυνότητας είτε επικίνδυνης -για κυβερνήτες- άγνοιας, η χώρα καθημερινά… αυτοπυροβολείται.

Η ιδέα για τη φορολόγηση των καταθέσεων και την αξιοποίησή τους ως «πόθεν έσχες» οδήγησε σε εκροή καταθέσεων που μπορεί να φτάνει τα 15 δισ. ευρώ. Η κυβέρνηση νομοθετεί για τη ρύθμιση των ενήμερων υποχρεώσεων, αγνοώντας ότι οι αποπληρωμές των παλαιών δανείων παρέχουν στις τράπεζες την αναγκαία ρευστότητα να χορηγούν νέα δάνεια. Την ημέρα που η ελληνική κυβέρνηση εκδίδει ομόλογα, ο υπουργός Εργασίας δηλώνει ότι δεν υπάρχει… σάλιο. Μία ημέρα μετά, ο ίδιος υπουργός δηλώνει ότι η ανεργία θα προσεγγίσει το 20%.

Κερασάκι στην τούρτα και δηλωτικό της επικρατούσας νοοτροπίας αποτέλεσε η διακομματική, από ΠΑΣΟΚ και Ν. Δ., ψήφιση του νομοσχεδίου για τη ρύθμιση των υποχρεώσεων επιχειρήσεων και επαγγελματιών. Τα κόμματα εξουσίας φαίνεται να συμφωνούν στο ότι για όλα φταίνε οι τράπεζες: δεν αγνόησαν μόνο την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία προειδοποίησε ότι το νομοσχέδιο θα οδηγήσει σε αύξηση των επιτοκίων, μείωση της ρευστότητας με επιπτώσεις ακόμη και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, αλλά ακόμη και τις πιο επικριτικές επισημάνσεις της ΕΚΤ.

Χαρακτηριστικό του παραλογισμού είναι ότι ενώ η κυβέρνηση απαγορεύει στις τράπεζες να πραγματοποιούν κατασχέσεις σε κακοπληρωτές, θεσπίζει τη δυνατότητα του Δημοσίου να πραγματοποιεί κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων φοροφυγάδων!

Εναλλακτικά σχέδια ενόψει

Το 2009, με ομολογιακές εκδόσεις, προσελκύοντας καταθέσεις και κάνοντας χρήση των έκτακτων χρηματοδοτικών μέτρων της ΕΚΤ, οι τράπεζες βελτίωσαν αποφασιστικά τη ρευστότητά τους. Παράλληλα, με αυξήσεις κεφαλαίου τόνωσαν την κεφαλαιακή επάρκεια. Ετσι, σήμερα οι εγχώριες τράπεζες υπερτερούν των ευρωπαϊκών. Αν και οι τρόποι αυτόνομης αντίδρασης, εάν το Δημόσιο δεν κατορθώσει να ανακτήσει την αξιοπιστία του, είναι περιορισμένοι, οι εγχώριες τράπεζες προετοιμάζονται νυχθημερόν για να αντιμετωπίσουν το δεύτερο κύμα των επιπτώσεων και καταρτίζουν εναλλακτικά σχέδια.

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Γιαννης Παπαδογιαννης

Από μέρα σε μέρα, και πιθανότατα σήμερα, θα δημοσιοποιηθεί η γνωμάτευση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για τη ρύθμιση των οφειλών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς τα πιστωτικά ιδρύματα, που προωθεί το υπουργείο Οικονομίας.

Επιτελικά στελέχη τραπεζών προδικάζουν ότι η γνωμάτευση της ΕΚΤ θα κινηθεί στο μοτίβο των παρατηρήσεων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), οι οποίες ήταν εξαιρετικά επικριτικές για το νομοσχέδιο θέτοντας θέμα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Μάλιστα ορισμένα στελέχη τραπεζών εκτιμούν ότι η ΕΚΤ, δεδομένης μάλιστα της αρνητικής στάσης που επικρατεί για τη χώρα, θα χρησιμοποιήσει ακόμα πιο σκληρή γλώσσα. Ολα αυτά δημιουργούν αισιοδοξία στις τράπεζες ότι στην τελική μορφή του νομοσχεδίου (το οποίο έχει ήδη κατατεθεί στη Βουλή και θα ψηφιστεί τις επόμενες ημέρες) θα απαλειφθούν όλα τα σημεία που δημιουργούν ανησυχία για ενδεχόμενες επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της χώρας.

Το βέβαιο είναι ότι η κυβέρνηση δύσκολα θα αγνοήσει τη γνώμη και τις συστάσεις της ΕΚΤ για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα. Νομικοί κύκλοι τραπεζών επισημαίνουν ότι οι γνωματεύσεις της ΕΚΤ δεν δημιουργούν υποχρέωση στις κυβερνήσεις των χωρών-μελών για την εφαρμογή τους, ωστόσο δεν υπάρχει προηγούμενο χώρες της Ευρωζώνης να μη λαμβάνουν υπόψη τις παρατηρήσεις και να νομοθετούν αντίθετα στις γνωματεύσεις της κεντρικής τράπεζας. Σημειώνουν ότι τα τελευταία χρόνια μόνο μία φορά χώρα-μέλος δεν ενσωμάτωσε παρατηρήσεις της ΕΚΤ. Ωστόσο αφορούσε έλασσον θέμα που δεν επηρέαζε τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος.

Υπενθυμίζεται ότι, μετά την αναφορά της υπουργού κ. Λ. Κατσέλη σε επιτροπή της Βουλής πως το νομοσχέδιο έχει εξασφαλίσει την έγκριση της ΤτΕ, δημοσιοποιήθηκε η επιστολή με τις παρατηρήσεις της κεντρικής τράπεζας επί του νομοσχεδίου, στην οποία υπογραμμίζεται ότι σωρευτικά το νομοσχέδιο θα ασκήσει αρνητικές επιδράσεις στη ρευστότητα και την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, παράμετροι από τις οποίες εξαρτάται η συνολική χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η ΤτΕ προειδοποιεί ότι η εφαρμογή του νόμου θα οδηγήσει σε μείωση της ρευστότητας, σε αύξηση των επιτοκίων, θα δυσχεράνει την προσφυγή των τραπεζών στις διεθνείς αγορές για την άντληση ρευστότητας, θα οδηγήσει σε μείωση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών. Μάλιστα η ΤτΕ προέτρεπε το υπουργείο να υποβάλει το νομοσχέδιο στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) για γνωμοδότηση λόγω της σοβαρότητας του θέματος. Ωστόσο, το υπουργείο Οικονομίας αγνόησε την ΤτΕ και απέστειλε το νομοσχέδιο στις 21 Δεκεμβρίου μετά τον σάλο που προκάλεσε η αποκάλυψη της επιστολής.

Γιαννης Παπαδογιαννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Older Posts »