Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Εξαιρετικά περιορισμένες, όπως εκτιμούν στελέχη τραπεζών και νομικοί κύκλοι, είναι οι νομικές δυνατότητες αντίδρασης απέναντι στη δρομολογούμενη απομείωση («κούρεμα») του ελληνικού χρέους.

Oπως τονίζουν στην «Κ» το χρέος της χώρας στο μεγαλύτερο μέρος του υπόκειται στη δικαιοδοσία του ελληνικού δικαίου και οι όροι μπορούν να αλλάξουν μετά από απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης. Αν η ελληνική κυβέρνηση, σημειώνουν, προχωρήσει στη θεσμοθέτηση και ενεργοποίηση των Collective Action Clauses (CAC’s) σύμφωνα με τα οποία εάν μια ορισμένη πλειοψηφία των ομολογιούχων αποδεχθεί την πρόταση, τότε οφείλει να ακολουθήσει και να αποδεχθεί την πρόταση και η μειοψηφία, τότε, οι δυνατότητες νομικής αντίδρασης είναι μηδαμινές. Σύμφωνα με εκτιμήσεις τραπεζών, ποσοστό άνω του 90% του χρέους υπόκειται στο ελληνικό δίκαιο.

«Δεν είναι τυχαίο ότι κάποιες σχετικές απειλές, περί προσφυγής ορισμένων hedge funds στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που διατυπώθηκαν πριν από περίπου 10 ημέρες δεν είχαν συνέχεια ακριβώς διότι δεν υπάρχει νομική βάση για κάτι τέτοιο», υποστηρίζουν. Τους τελευταίους μήνες, μεγάλες εξειδικευμένες νομικές εταιρείες στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, έχουν ξεσκονίσει το ελληνικό δίκαιο αναζητώντας επιχειρήματα για την υποστήριξη τυχόν νομικών κινήσεων. Ωστόσο δεν φαίνεται να έχουν εντοπίσει κανένα ισχυρό σημείο που να υποστηρίζει μια προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Το ερώτημα είναι τι θα γίνει στην περίπτωση που η Ελλάδα ενεργοποιήσει τα CAC’s αλλά εξαιρέσει από το PSI ορισμένους κατόχους ομολόγων όπως είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ή οι ιδιώτες ομολογιούχοι. Στην περίπτωση αυτή είναι πιθανό να τεθεί ζήτημα νομιμότητας της επιλεκτικής αυτής τακτικής. Ωστόσο, ορισμένοι αμφιβάλλουν ότι ακόμα και σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο αν υπάρχουν σοβαρά νομικά ερείσματα.

Σε ό,τι αφορά την πορεία του PSI στελέχη τραπεζών εκτιμούν ότι η συμφωνία ανταλλαγής είναι δύσκολο να ολοκληρωθεί όπως αρχικά προβλεπόταν, δηλαδή ως ένα καθαρά εθελοντικό πρόγραμμα. Με τα σημερινά δεδομένα είναι εξαιρετικά δύσκολο, υπογραμμίζουν, να επιτευχθεί η απαραίτητη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα -που πρέπει να αγγίξει το 100%- που θα οδηγήσει στην επίτευξη των στόχων της συμφωνίας της 26ης Οκτωβρίου. Στο πλαίσιο αυτό ήδη εξετάζονται οι εναλλακτικές δυνατότητες, ενώ χθες η επικεφαλής του ΔΝΤ κ. Κριστίν Λαγκάρντ δήλωσε ότι αν η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα δεν σταθεί αρκετή για τη διαμόρφωση του ελληνικού χρέους σε βιώσιμο επίπεδο, τότε θα πρέπει να συμμετάσχει ο δημόσιος τομέας. Υπενθυμίζεται ότι η ΕΚΤ έχει αγοράσει από τη δευτερογενή αγορά ελληνικά ομόλογα αξίας περίπου 45 δισ. ευρώ και σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών οι αγορές έχουν πραγματοποιηθεί σε τιμές που αντιστοιχούν στο 85% της ονομαστικής τους αξίας.

Πάντως, η ενεργοποίηση των CAC’s είναι πιθανό να ενεργοποιήσει την πληρωμή των ασφαλίστρων κινδύνου. Σύμφωνα με δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, η θεσμοθέτηση των CAC’s δεν πυροδοτεί τα ασφάλιστρα κινδύνου έναντι χρεοκοπίας (CDS) ωστόσο, αν τελικά ενεργοποιηθούν, τότε τα ασφάλιστρα κινδύνου είναι πιθανό να πυροδοτηθούν. Κάτι τέτοιο θα οδηγήσει όλους όσοι έχουν πουλήσει CDS να καλύψουν τις απώλειες όσων έχουν αγοράσει σχετική ασφάλεια. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το σύνολο των CDS που έχουν πουληθεί έναντι του κινδύνου χρεοκοπίας της Ελλάδας κυμαίνεται μεταξύ 3 έως 5 δισ. ευρώ, μέγεθος που θεωρείται μικρό. Στελέχη τραπεζών αισιοδοξούν ότι εάν τις επόμενες ημέρες επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα για το PSI και θεσμοθετηθούν τα CAC’s, τότε δεν αποκλείεται επιτυχία του προγράμματος χωρίς τελικά να χρειαστεί να ενεργοποιηθούν. Οπως εκτιμούν, οι ρήτρες θα δράσουν αποτρεπτικά σε όσους παίζουν με την ιδέα μη συμμετοχής στο πρόγραμμα και θα εξασφαλιστεί τελικά η επιτυχία της συναλλαγής, χωρίς την ενεργοποίησή τους.

Γιάννης Παπαδογιάννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Η ώρα της κρίσεως έφτασε για τις εγχώριες τράπεζες. Η επιτυχής -κατά τις προσδοκίες- ολοκλήρωση του PSI και η γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων του διαγνωστικού ελέγχου της BlackRock επιτρέπουν στην Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) και τις διοικήσεις των τραπεζών να κάνουν λογαριασμό και να προσδιορίσουν τις κεφαλαιακές ανάγκες του συστήματος. Αν και πολλά απομένουν να προσδιοριστούν για τους όρους και τον τρόπο ανακεφαλαιοποίησης, η αντίστροφη μέτρηση ήδη έχει αρχίσει και οι διοικήσεις των τραπεζών προετοιμάζουν τα σχέδια για την εύρεση κεφαλαίων, ελπίζοντας ότι θα περιορίσουν στο ελάχιστο τη λήψη κρατικής βοήθειας.

Στελέχη τραπεζών εκτιμούν ότι το PSI θα κλείσει με μια επίπτωση που θα αγγίξει το 70% σε ό,τι αφορά την καθαρή παρούσα αξία, ωστόσο ήδη οι εγχώριες τράπεζες έχουν λογιστικοποιήσει ζημίες ύψους 5,8 δισ. ευρώ από το αρχικό PSI, ενώ αναμένεται πρόσθετη επίπτωση που θα πλησιάσει τα 20 δισ. ευρώ από το νέο διευρυμένο PSI. Ωστόσο, αναμένονται μέτρα που θα ανακουφίσουν τις τράπεζες και θα τις διευκολύνουν λογιστικά να χειριστούν τη ζημιά. Επιπρόσθετα η ζημία των 20 δισ. δεν κατανέμεται ισομερώς, αλλά ανάλογα της έκθεσης της κάθε τράπεζας σε ομόλογα.

Ετσι κάποιες τράπεζες θα βρεθούν σε πλεονεκτικότερη θέση και άλλες σε δυσκολότερη, ενώ πολλά από αυτά που θεωρούμε ως δεδομένα στον κλάδο τις επόμενες ημέρες θα ανατραπούν. Οι τράπεζες θα πρέπει στους ισολογισμούς του 2011, που θα δημοσιευθούν τον Φεβρουάριο, να αποτυπώσουν τις ζημιές από το PSI. Σε ό,τι αφορά την BlackRock, αν και η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών επηρέασε αρνητικά, ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα της διαγνωστικής μελέτης κρίνεται θετικό και διαχειρίσιμο για τις εγχώριες τράπεζες.

Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, οι μεγάλες εμπορικές τράπεζες θα επιβαρυνθούν με πρόσθετες προβλέψεις που θα κυμανθούν από 1,5 δισ. ευρώ έως 3 δισ. ευρώ για κάθε τράπεζα. Ωστόσο το ποσό αυτό δεν θα καταβληθεί άμεσα, αλλά θα κατανεμηθεί σε βάθος τριετίας, ενώ οι τράπεζες μπορούν να το συμψηφίσουν με τα καθαρά έσοδα που αναμένονται την επόμενη τριετία. Επιτελείο της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), με τη συνδρομή και της αμερικανικής συμβουλευτικής εταιρείας Bain & Company, εργάζεται για τον προσδιορισμό των εποπτικών αναγκών ανά τράπεζα. Ο τελικός λογαριασμός θα κοινοποιηθεί στις τράπεζες μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου.

Στη συνέχεια οι τράπεζες θα πρέπει να καταρτίσουν σχέδια κεφαλαιακής ενίσχυσης τα οποία θα περιλαμβάνουν συγκεκριμένες κινήσεις και εναλλακτικές για την ενίσχυση των κεφαλαίων τους.

Τα σχέδια θα πρέπει να κατατεθούν και να εγκριθούν από την ΤτΕ το αργότερο έως τέλος Απριλίου. Στο έργο αυτό θα συνδράμει επικουρικά η Bain & Company, μια από τις κορυφαίες συμβουλευτικές εταιρείες στον κόσμο.

Η Bain θα προσφέρει την τεχνογνωσία της στην ΤτΕ τόσο για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών όσο και για τη γενικότερη αναδιάρθρωση του κλάδου ώστε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Θα εξετάσουν από κοινού τα σχέδια των τραπεζών, με την αμερικανική εταιρεία να λειτουργεί ως ανεξάρτητος σύμβουλος για την αξιολόγηση των σχεδίων.

Ετσι αν, για παράδειγμα, μια τράπεζα προβλέπει έσοδα 500 εκατ. ευρώ από την πώληση μιας θυγατρικής εταιρείας στη νοτιοανατολική Ευρώπη, η αμερικανική εταιρεία θα αξιολογήσει τις συνθήκες στην τοπική αγορά και θα εκτιμήσει αν οι προσδοκίες της τράπεζας είναι ρεαλιστικές. Αν τα σχέδια κριθούν μη ρεαλιστικά, οι τράπεζες θα πρέπει να πραγματοποιήσουν τις απαραίτητες προσαρμογές.

Αν κριθούν ρεαλιστικά, οι τράπεζες θα έχουν περιθώριο μέχρι το τέλος Αυγούστου να υλοποιήσουν τις προβλεπόμενες δράσεις για την άντληση των αναγκαίων κεφαλαίων. Αν αποτύχουν να συγκεντρώσουν τα κεφάλαια, τότε θα πρέπει να καταφύγουν, πιθανότατα, στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ).

Γιάννης Παπαδογιάννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Αργά το απόγευμα της Παρασκευής έφτασε στα επιτελεία των τραπεζών το πολυαναμενόμενο email από τα κεντρικά γραφεία της BlackRock στις ΗΠΑ, που παρουσίαζε τα αποτελέσματα της διαγνωστικής μελέτης για την επίπτωση της κρίσης στην ποιότητα των χαρτοφυλακίων δανείων των τραπεζών. Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, οι μεγάλες εμπορικές τράπεζες θα επιβαρυνθούν με πρόσθετες προβλέψεις που θα κυμανθούν από 1,5 έως 3 δισ. ευρώ για κάθε μία. Στελέχη τραπεζών σημειώνουν στην «Κ» την ικανοποίησή τους και τονίζουν ότι η επίπτωση της BlackRock είναι απολύτως διαχειρίσιμη. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές διαφορές από τράπεζα σε τράπεζα και ορισμένες βρίσκονται σε δυσχερέστερη θέση. Σημειώνεται ότι το ποσό αυτό δεν θα καταβληθεί άμεσα, αλλά θα κατανεμηθεί σε βάθος τριετίας, ενώ οι τράπεζες μπορούν να το συμψηφίσουν με τα καθαρά έσοδα που αναμένονται την επόμενη τριετία.

Από αύριο, Δευτέρα, επιτελείο της BlackRock θα ξεκινήσει σειρά συναντήσεων με τις διοικήσεις της κάθε εμπορικής τράπεζας και θα συζητήσουν τα αποτελέσματα της μελέτης. Σύμφωνα με εκτιμήσεις τραπεζικών παραγόντων, με ορίζοντα το 2013 και έχοντας ενσωματώσει τις αρνητικές αναθεωρήσεις της τρόικας για την πορεία της εγχώριας οικονομίας, η BlackRock εκτιμά ότι η ύφεση που δοκιμάζει την εγχώρια οικονομία θα οδηγήσει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στο επίπεδο των 30 δισ. ευρώ. Ωστόσο, όπως επιτελικά στελέχη τραπεζών επισημαίνουν στην «Κ», το ποσό αυτό δεν είναι τόσο τρομακτικό όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Οι εμπορικές τράπεζες, τη διετία 2010-2011, προχώρησαν στον υπερδιπλασιασμό των προβλέψεων για την αντιμετώπιση των καθυστερήσεων και πλέον το κεφαλαιακό απόθεμα που έχουν σχηματίσει ξεπερνάει τα 15 δισ. ευρώ. Τη διαφορά των 15 δισ. ευρώ, την οποία έγραψε την προηγούμενη Κυριακή η «Κ», οι τράπεζες δεν θα την υποστούν άμεσα, αλλά έχουν τη δυνατότητα να την συμψηφίσουν με τα αναμενόμενα καθαρά έσοδα της προσεχούς τριετίας. «Ακόμα και το 2011, μια εξαιρετικά δύσκολη χρονιά για την οικονομία και το τραπεζικό σύστημα, που χαρακτηρίστηκε από βαθιά ύφεση (-7%), υψηλή ανεργία (18%) και μεγάλη μείωση της ρευστότητας (-80 δισ. ευρώ στο δεκάμηνο), το τραπεζικό σύστημα κατάφερε να παράγει καθαρά έσοδα που προσεγγίζουν τα 4 δισ. ευρώ. Αν η κατάσταση στην οικονομία σταθεροποιηθεί και το πρόβλημα της κρίσης χρέους στην Ευρώπη ξεπεραστεί, τότε μπορούμε να ελπίζουμε βάσιμα ότι στην τριετία 2012-2014 τα προ προβλέψεων κέρδη θα προσεγγίσουν και πιθανώς θα ξεπεράσουν τα 15 δισ. ευρώ», τονίζει επιτελικό στέλεχος τράπεζας. Υπογραμμίζεται ότι οι πρόσθετες κεφαλαιακές προβλέψεις δεν θα ληφθούν εφάπαξ, αλλά θα κατανεμηθούν σε βάθος τριετίας. Ηδη, επιτελείο της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), με τη συνδρομή και της αμερικανικής συμβουλευτικής εταιρείας Bain & Company, εργάζεται για τον προσδιορισμό των εποπτικών αναγκών ανά τράπεζα. Η ΤτΕ στο αρχικό νούμερο για τις πρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες ανά τράπεζα θα προσθέσει μια επιπλέον επιβάρυνση για την κάλυψη του κινδύνου των θυγατρικών στη ΝΑ Ευρώπη, καθώς η μελέτη της BlackRock αφορούσε μόνο την Ελλάδα. Στη συνέχεια, θα αφαιρέσει τις προβλέψεις που ήδη έχει διενεργήσει η κάθε τράπεζα, αλλά και τις εκτιμήσεις για τα καθαρά έσοδα την προσεχή τριετία. Αν προκύψει έλλειμμα, η τράπεζα θα πρέπει να καταθέσει σχέδιο κεφαλαιακής ενίσχυσης που θα περιλαμβάνει δράσεις για την κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείμματος. Εξαιρετικά κρίσιμο και ευαίσθητο θέμα για την κεντρική τράπεζα, αλλά και για τις εμπορικές τράπεζες, είναι η εκτίμηση της μελλοντικής κερδοφορίας των τραπεζών. Η ΤτΕ θέλει να διασφαλίσει ότι το νούμερο θα είναι ρεαλιστικό, ώστε ούτε να ευνοήσει τις τράπεζες -μια υψηλή εκτίμηση κερδοφορίας θα μπορούσε να απαλλάξει πολλές τράπεζες από την ανάγκη κεφαλαιακής ενίσχυσης- αλλά ούτε να τις αδικήσει, καθώς μια πολύ συντηρητική εκτίμηση κερδοφορίας θα αύξανε περαιτέρω τις κεφαλαιακές ανάγκες σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία για το τραπεζικό σύστημα. Στο σκέλος αυτό, σημαντική θα είναι η συμβολή της Bain & Company που με τη μεγάλη τεχνογνωσία της θα βοηθήσει στην αξιολόγηση των κρίσιμων αυτών παραμέτρων.

Γιάννης Παπαδογιάννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Η ώρα της αλήθειας έφτασε χθες για τις τράπεζες, καθώς, παράλληλα με την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για το PSI+ αργά το απόγευμα έφτασε στα επιτελεία των τραπεζών το email από τα κεντρικά γραφεία της BlackRock στις ΗΠΑ με τα αποτελέσματα της διαγνωστικής μελέτης.

Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, οι μεγάλες εμπορικές τράπεζες θα επιβαρυνθούν με πρόσθετες προβλέψεις που θα κυμανθούν από 1,5 έως 3 δισ. ευρώ για κάθε τράπεζα. Ωστόσο το ποσό αυτό δεν θα καταβληθεί άμεσα, αλλά θα κατανεμηθεί σε βάθος τριετίας, ενώ οι τράπεζες μπορούν να το συμψηφίσουν με τα καθαρά έσοδα που αναμένονται την επόμενη τριετία. Στελέχη τραπεζών εκφράζουν την ικανοποίησή τους για το αποτέλεσμα του ελέγχου, υπογραμμίζοντας ότι οι πρόσθετες προβλέψεις που απαιτούνται μπορούν να καλυφθούν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από τα έσοδα των επόμενων ετών.

Εν τω μεταξύ χθες ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) κ. Γεώργιος Προβόπουλος παρέθεσε γεύμα στη διοίκηση της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών όπου συζήτησαν τις ραγδαίες εξελίξεις στην οικονομία.

Από μεθαύριο, Δευτέρα, επιτελείο της BlackRock θα ξεκινήσει σειρά συναντήσεων με τις διοικήσεις της κάθε εμπορικής τράπεζας και θα συζητήσουν τα αποτελέσματα της μελέτης. Σύμφωνα με εκτιμήσεις τραπεζικών παραγόντων, με ορίζοντα το 2013 και έχοντας ενσωματώσει τις αρνητικές αναθεωρήσεις της τρόικας για την πορεία της εγχώριας οικονομίας, η BlackRock εκτιμά ότι η ύφεση που δοκιμάζει την εγχώρια οικονομία θα οδηγήσει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στο επίπεδο των 30 δισ. ευρώ. Από το ποσό αυτό αφαιρούνται οι προβλέψεις που έχουν διενεργήσει οι τράπεζες για την αντιμετώπιση του πιστωτικού κινδύνου, οι οποίες ξεπερνούν τα 15 δισ. ευρώ.

Τη διαφορά των 15 δισ. ευρώ, οι τράπεζες δεν θα την υποστούν άμεσα, αλλά έχουν τη δυνατότητα να τη συμψηφίσουν με τα αναμενόμενα καθαρά έσοδα της προσεχούς τριετίας. Οπως σημειώνουν στην «Κ» στελέχη τραπεζών ακόμα και το 2011, μια εξαιρετικά δύσκολη χρονιά για την οικονομία και το τραπεζικό σύστημα, που χαρακτηρίστηκε από βαθιά ύφεση (-7%), υψηλή ανεργία (18%) και μεγάλη μείωση της ρευστότητας (-80 δισ. ευρώ στο δεκάμηνο), το τραπεζικό σύστημα κατάφερε να παραγάγει καθαρά έσοδα που προσεγγίζουν τα 4 δισ. ευρώ. «Αν η κατάσταση στην οικονομία σταθεροποιηθεί και το πρόβλημα της κρίσης χρέους στην Ευρώπη ξεπεραστεί, τότε μπορούμε να ελπίζουμε βάσιμα ότι στην τριετία 2012-2014 τα προ προβλέψεων κέρδη θα προσεγγίσουν και πιθανώς θα ξεπεράσουν τα 15 δισ. ευρώ» υπογραμμίζουν. Οπως αναφέρθηκε, οι πρόσθετες κεφαλαιακές προβλέψεις δεν θα ληφθούν εφάπαξ, αλλά θα κατανεμηθούν σε βάθος τριετίας.

Επιτελείο της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), με τη συνδρομή και της αμερικανικής συμβουλευτικής εταιρείας Bain & Company, εργάζεται για τον προσδιορισμό των εποπτικών αναγκών ανά τράπεζα. Η ΤτΕ στο αρχικό νούμερο για τις πρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες ανά τράπεζα θα προσθέσει μια πρόσθετη επιβάρυνση για την κάλυψη του κινδύνου των θυγατρικών στη ΝΑ Ευρώπη, καθώς η μελέτη της BlackRock αφορούσε μόνο την Ελλάδα. Στη συνέχεια, θα αφαιρέσει τις προβλέψεις που ήδη έχει διενεργήσει η κάθε τράπεζα, αλλά και τις εκτιμήσεις για τα καθαρά έσοδα την προσεχή τριετία. Αν προκύψει έλλειμμα, η τράπεζα θα πρέπει να καταθέσει σχέδιο κεφαλαιακής ενίσχυσης που θα περιλαμβάνει δράσεις για την κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείμματος.

Γιάννης Παπαδογιάννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Σε κλίμα υπερέντασης, και με το χρόνο να μετρά αντίστροφα, συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις Ελλάδας – IIF για την ολοκλήρωση της συμφωνίας ανταλλαγής των ελληνικών ομολόγων (PSI+). Χθες, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Οικονομικών Ευ. Βενιζέλος μιλώντας στη Βουλή υπογράμμισε ότι μέχρι σήμερα, Παρασκευή, το μεσημέρι θα πρέπει να έχουν οριστικοποιηθεί οι τεχνικές λεπτομέρειες της συμφωνίας ώστε τη Δευτέρα 23 Ιανουαρίου που θα συνεδριάσει το Eurogroup να έχει επισημοποιηθεί. «Την επόμενη Δευτέρα 30 Ιανουαρίου, στη Σύνοδο Κορυφής», σημείωσε ο κ. Βενιζέλος, «πρέπει να έχουμε οριστικά σχήματα και για το νέο δανειακό πρόγραμμα, όχι μόνο για το PSI+».

Αργά χθες το βράδυ συναντήθηκαν ο πρωθυπουργός κ. Λουκάς Παπαδήμος και ο κ. Ευ. Βενιζέλος με τον επικεφαλής του IIF κ. Τσαρλς Νταλάρα για την ολοκλήρωση της συμφωνίας. Κατά πληροφορίες ο κ. Νταλάρα μετέφερε νέα πρόταση στον πρωθυπουργό η οποία προβλέπει μέσο επιτόκιο της τάξης του 4,25% που οδηγεί σε απομείωση κατά 68% σε όρους καθαρής παρούσας αξίας, των ελληνικών ομολόγων που έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους οι ιδιώτες.

Συγκεκριμένα προτείνεται επιτόκιο 3% μέχρι 2014, 4% από το 2015 έως το 2020 και 4,5% για τα έτη μετά το 2020. Παράλληλα, για το μακροπρόθεσμο τμήμα (μετά το 2020) προτείνεται επαύξηση του επιτοκίου με βάση τον ρυθμό ανάπτυξης. Τέλος, ζητούν εγγυήσεις από την Ε.Ε. για τους νέους τίτλους που θα εκδοθούν. Νωρίτερα σε δηλώσεις του ο κ. Νταλάρα εξέφρασε την ελπίδα του ότι οι διαπραγματεύσεις να καταλήξουν σύντομα σε συμφωνία.

Τραπεζικά στελέχη υπογραμμίζουν ότι τις τελευταίες ημέρες πραγματοποιούνται ουσιαστικές και σε βάθος διαπραγματεύσεις και εκφράζουν την αισιοδοξία τους για την επίτευξη συμφωνίας. Προσθέτουν ωστόσο ότι για να γίνει αυτό θα πρέπει ΔΝΤ και Ε.Ε., και ειδικά η Γερμανία, να δεχθούν επιτόκια που να μπορούν να υποστηρίξουν την εθελοντική φυσιογνωμία της συμφωνίας. Πληροφορίες αναφέρουν ότι το ΔΝΤ επιμένει ιδιαίτερα στο ύψος του επιτοκίου των νέων ομολόγων, να μην ξεπερνά το 3%, ώστε το «κούρεμα» να οδηγεί σε ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους της Ελλάδας. Σημειώνεται ότι ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μ. Ντράγκι σημείωσε θα πρέπει να επιβεβαιωθεί κατά πόσο είναι ρεαλιστική η αξιολόγηση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους της 27ης Οκτωβρίου.

Παράλληλα, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Νew York Times ο πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος ανέφερε ότι η κυβέρνηση εξετάζει την εισαγωγή στην ελληνική νομοθεσία διάταξη για τις συλλογικές ρήτρες δράσης (Collective ActioClauses – CAC). Σύμφωνα με τις ρήτρες αυτές εάν μια ορισμένη πλειοψηφία των ομολογιούχων αποδεχθεί την πρόταση τότε οφείλει να ακολουθήσει και να αποδεχθεί την πρόταση και η μειοψηφία. Ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι εάν η Ελλάδα δεν πετύχει συμμετοχή 100% στο PSI ώστε να μειώσει το χρέος της κατά 100 δισ. ευρώ περίπου, τότε θα εξετάσει το ενδεχόμενο νομοθετικής παρέμβασης που θα αναγκάζει όλους τους ομολογιούχους να συμμετέχουν στην απομείωση (κούρεμα). «Είναι κάτι που θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των προσδοκιών για τον βαθμό της συμμετοχής που θα επιτευχθεί. Δεν μπορεί να αποκλειστεί. Θα εξαρτηθεί από το ποσοστό συμμετοχής».

Από την άλλη μεριά, κερδοσκοπικά κεφάλαια (hedge fund’s) απειλούν με προσφυγή στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην περίπτωση που τελικά η Ελλάδα υποχρεώσει, με την ενεργοποίηση CAC’s, τη συμμετοχή όλων των ομολογιούχων στη συναλλαγή. Πάντως, τόσο ο ιδιωτικός όσο και ο δημόσιος τομέας εργάζονται ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ενεργοποίησης των CAC’s, εξέλιξη που θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις.

Χθες, πάντως, ο οίκος αξιολόγησης Fitch εκτίμησε ως απίθανο το ενδεχόμενο άτακτης χρεοκοπίας της Ελλάδας.

Γιάννης Παπαδογιάννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Στην κόψη του ξυραφιού βρίσκονται οι διαπραγματεύσεις τρόικας – Ελλάδας με τους ιδιώτες ομολογιούχους για την ολοκλήρωση της συμφωνίας για την ανταλλαγή ομολόγων (PSI). Οι δύο πλευρές ακολουθούν σκληρή γραμμή, προκαλώντας ανησυχία για το ενδεχόμενο αποτυχίας των διαπραγματεύσεων, εξέλιξη που θα μπορούσε να πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις. O επικεφαλής του IIF, Τσαρλς Νταλάρα, σε δηλώσεις του αναφέρθηκε στην μεγάλη απόσταση που υπάρχει μεταξύ των δύο πλευρών αναφορικά με το ύψος των επιτοκίων των νέων ομολόγων που θα εκδοθούν. Kατηγόρησε τους Ευρωπαίους ηγέτες ότι επιδιώκουν την ανατροπή της συμφωνίας που επετεύχθη στη σύνοδο κορυφής του περασμένου Οκτωβρίου: «Προσβλέπουν ότι ο ιδιωτικός τομέας θα αποδεχθεί επιτόκια που οι ίδιοι δεν αποδέχονται, κάτι που είναι εντελώς παράλογο», υπογράμμισε. Ηδη ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων κ. Γ. Ζανιάς και ο επικεφαλής του ΟΔΔΗΧ κ. Π. Χριστοδούλου βρίσκονται στην Ουάσιγκτον και θα έχουν επαφές με στελέχη του ΔΝΤ, το οποίο φέρεται να επιδιώκει μεγαλύτερο κούρεμα. Αργά χθες η Κομισιόν υπογράμμισε τη βεβαιότητά της ότι οι διαπραγματεύσεις για το PSI θα ολοκληρωθούν σύντομα.

Την αισιοδοξία του για την έγκαιρη επίτευξη της συμφωνίας Ελλάδας – ιδιωτών τόνισε σε συνέντευξη του στο αμερικανικό δίκτυο CBNC ο κ. Λ. Παπαδήμος, σημειώνοντας ότι «παρά τη μικρή παύση στις συζητήσεις, είμαι πεπεισμένος ότι θα συνεχιστούν και θα καταλήξουμε σε αμοιβαίως αποδεκτή συμφωνία εγκαίρως». Επιτελικό στέλεχος εγχώριας τράπεζας που παρακολουθεί την πορεία των διαπραγματεύσεων σημειώνει στην «Κ» ότι οι τράπεζες ήταν αποφασισμένες την περασμένη Παρασκευή να προβούν σε νέες υποχωρήσεις, αποδεχόμενες επιτόκιο κοντά στο 5% έναντι 5,2% – 5,3% που ζητούσαν για τα ομόλογα που λήγουν μετά το 2020. «Ωστόσο, η ελληνική πλευρά, η οποία απηχεί τις αντιλήψεις της τρόικας, πρόσφερε επιτόκιο κοντά στο 3%, μην αφήνοντας περιθώρια για συζήτηση. Είναι σαν να είχε αποφασιστεί η διακοπή των διαπραγματεύσεων», υπογραμμίζει. Ο ίδιος εκφράζει την ανησυχία του για το ενδεχόμενο η τρόικα να επιθυμεί το ναυάγιο και του PSI+ θεωρώντας ότι η συμφωνία του περασμένου Οκτωβρίου δεν αρκεί για την αντιμετώπιση του ελληνικού χρέους. «Φαίνεται ότι, ενώ η τρόικα επιδιώκει μια εθελοντική συμφωνία, μόλις αντιλαμβάνονται πως η συμμετοχή των ιδιωτών θα είναι περιορισμένη, φλερτάρει με την ιδέα της κανονικής χρεοκοπίας», τονίζει. Αναλυτές υπογραμμίζουν ότι βρισκόμαστε στη δύσκολη στιγμή, που μετά τη διάψευση των αισιόδοξων στόχων που είχαν τεθεί για την πορεία των εσόδων και την απόδοση των μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα, τρόικα και ομολογιούχοι συνειδητοποιούν ότι πρέπει να πληρώσουν περισσότερα από όσα επιθυμούν για τη διάσωση της Ελλάδας. Σημειώνεται ότι με επιτόκια που δεν θα ξεπερνούν το 4% η επίπτωση στην πραγματική καθαρή αξία των τραπεζών θα ξεπεράσει το 75%. Οι τράπεζες θεωρούν υπερβολική την επιβάρυνση αυτή και απειλούν με μη συμμετοχή στο πρόγραμμα. Ηδη οι περισσότεροι οίκοι αξιολόγησης προειδοποιούν για τον αυξημένο κίνδυνο μη ελεγχόμενης χρεοκοπίας της Ελλάδας, με πιθανή ακόμα και την έξοδο από την Ευρωζώνη. Από την πλευρά τους, αναλυτές επισημαίνουν πως πλέον μεγάλο μέρος του χρέους έχει αποκτηθεί από κερδοσκοπικά κεφάλαια υψηλού κινδύνου, σε πολύ χαμηλή τιμή, και είναι παράλογο να τους επιτραπεί να επιβάλουν τους όρους τους. «Ακόμα και με τους όρους που προτείνονται για το PSI, τα περισσότερα hedge funds θα αποκομίσουν σημαντικά κέρδη καθώς έχουν αγοράσει τα ελληνικά ομόλογα σε πολύ χαμηλότερες τιμές», τονίζουν. Τραπεζικοί παράγοντες εκφράζουν τη συγκρατημένη αισιοδοξία τους πως τις επόμενες ημέρες θα ολοκληρωθεί η συμφωνία για το PSI και προδικάζουν ότι η κυβέρνηση θα εισαγάγει τα Collective ActioClauses (CAC’s), σύμφωνα με τα οποία εάν μια ορισμένη πλειοψηφία των ομολογιούχων αποδεχθεί την πρόταση, τότε οφείλει να ακολουθήσει και να αποδεχθεί την πρόταση και η μειοψηφία. Οι ρήτρες αυτές εκτιμάται ότι θα δράσουν αποτρεπτικά σε όσους παίζουν με την ιδέα μη συμμετοχής στο πρόγραμμα και θα εξασφαλίσουν την επιτυχία της συναλλαγής, χωρίς την ενεργοποίησή τους. Σύμφωνα με δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, η θεσμοθέτηση των CAC’s δεν πυροδοτεί τα ασφάλιστρα κινδύνου έναντι χρεοκοπίας (CDS) ωστόσο, αν τελικά ενεργοποιηθούν, τότε τα ασφάλιστρα κινδύνου είναι πιθανό να πυροδοτηθούν.

Γιάννης Παπαδογιάννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Δυσμενέστερη, σε σχέση με τις προσδοκίες, είναι η εικόνα που προκύπτει για τις εγχώριες τράπεζες από τη διαγνωστική μελέτη της BlackRock, η οποία παραδόθηκε την προηγούμενη Παρασκευή στην Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ). Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, οι πρόσθετες προβλέψεις που θα κληθούν να πραγματοποιήσουν οι εγχώριες τράπεζες θα φτάσουν τα 15 δισ. ευρώ, ενώ ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι το τελικό νούμερο θα είναι ακόμα υψηλότερο.

Η δραματική υποβάθμιση των προοπτικών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας από την τρόικα για την περίοδο 2012 – 2013 οδήγησε σε αναπροσαρμογή των παραδοχών και κριτηρίων με την οποία η BlackRock «έτρεξε» την άσκηση. Ετσι, η υποβάθμιση των εκτιμήσεων για την πορεία της οικονομίας τη διετία 2012 – 2013 είχε ανάλογη επίπτωση στην ποιότητα των χαρτοφυλακίων δανείων των τραπεζών. «H σημαντική επιδείνωση των συνθηκών στην οικονομία εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, επιβαρύνοντας ανάλογα την ποιότητα των χαρτοφυλακίων των δανείων των τραπεζών», υπογραμμίζει στην «Κ» επιτελικό στέλεχος τράπεζας.

Ηδη οι επιτελείς της ΤτΕ έχουν ξεκινήσει τη μελέτη των ευρημάτων της BlackRock ώστε να προσδιοριστούν οι πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις για κάθε τράπεζα. Μέχρι την Πέμπτη, η BlackRock θα αποστείλει σε όλες τις εμπορικές τράπεζες τα ευρήματα της μελέτης και εν συνεχεία θα ακολουθήσουν συναντήσεις με τις διοικήσεις των τραπεζών ώστε να τους παρουσιάσει το σκεπτικό που ακολούθησε για τον προσδιορισμό των επιπτώσεων της ύφεσης στο δανειακό χαρτοφυλάκιο.

Με βάση τα συμπεράσματα της μελέτης, η ΤτΕ θα εκτιμήσει τις συνολικές προβλέψεις που θα πρέπει να λάβουν οι τράπεζες για την αντιμετώπιση του πιστωτικού κινδύνου, δηλαδή των μη εξυπηρετούμενων δανείων, όπως θα διαμορφωθεί (βάσει των εκτιμήσεων της BlackRock) στο τέλος του 2013. Από τις προβλέψεις αυτές οι επιτελείς της κεντρικής τράπεζας θα αφαιρέσουν τις προβλέψεις που ήδη έχουν διενεργήσει οι εμπορικές τράπεζες ώστε να προσδιοριστεί το έλλειμμα, η διαφορά, που πρέπει να καλυφθεί από την κάθε τράπεζα.

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, η διαδικασία της αξιολόγησης των πρόσθετων κεφαλαίων που θα απαιτηθούν θα ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου, οπότε θα παραδοθούν τα αποτελέσματα και στις τράπεζες. Εν συνεχεία συνέχεια θα ζητηθεί από τις εμπορικές τράπεζες να υποβάλουν στην ΤτΕ σχέδια κεφαλαιακής ενίσχυσης για την κάλυψη των πρόσθετων κεφαλαιακών αναγκών. Τα σχέδια αυτά θα περιλαμβάνουν τρόπους για την εξεύρεση κεφαλαίων, αλλά θα περιγράφουν και τον νέο επιχειρησιακό σχεδιασμό για το πώς τα τραπεζικά ιδρύματα θα προσαρμοστούν στο νέο οικονομικό περιβάλλον. Τα σχέδια αυτά θα πρέπει να κατατεθούν και να εγκριθούν από την ΤτΕ το αργότερο μέχρι τέλους Απριλίου. Για την αξιολόγηση των σχεδίων θα συνδράμει επικουρικά η Bain & Company, μία από τις κορυφαίες συμβουλευτικές εταιρείες στον κόσμο. Η Bain θα προσφέρει την τεχνογνωσία της στην ΤτΕ τόσο για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών όσο και για τη γενικότερη αναδιάρθρωση του κλάδου ώστε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Αναλυτικότερα, θα εξετάσουν από κοινού τα σχέδια των τραπεζών, με την αμερικανική εταιρεία να λειτουργεί ως ανεξάρτητος σύμβουλος για την αξιολόγηση των σχεδίων. Ετσι, αν, για παράδειγμα, μια τράπεζα προβλέπει έσοδα 500 εκατ. ευρώ από την πώληση μιας θυγατρικής εταιρείας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, η αμερικανική εταιρεία θα αξιολογήσει τις συνθήκες στην τοπική αγορά και θα εκτιμήσει αν οι προσδοκίες της τράπεζας είναι ρεαλιστικές. Αν τα σχέδια κριθούν μη ρεαλιστικά, οι τράπεζες θα πρέπει να πραγματοποιήσουν τις απαραίτητες προσαρμογές. Αν κριθούν ρεαλιστικά, οι τράπεζες θα έχουν περιθώριο μέχρι το τέλος Αυγούστου για να υλοποιήσουν τις προβλεπόμενες δράσεις για την άντληση των αναγκαίων κεφαλαίων. Αν αποτύχουν να συγκεντρώσουν τα κεφάλαια, τότε θα πρέπει να καταφύγουν, πιθανότατα, στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ).

Γιάννης Παπαδογιάννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Αρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την ανακεφαλαιοποίηση των εγχώριων τραπεζών. Χθες, η Τράπεζα της Ελλάδας έλαβε τα αποτελέσματα της διαγνωστικής μελέτης της BlackRock για την επίπτωση της ύφεσης στην ποιότητα χαρτοφυλακίων των εμπορικών τραπεζών. Τραπεζικές πηγές εκτιμούν ότι η δραματική υποβάθμιση των προοπτικών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας από την τρόικα για το 2012-2013 είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική επιδείνωση των κριτηρίων που χρησιμοποιήθηκαν από τον αμερικανικό οίκο. «Φαίνεται ότι η εικόνα είναι χειρότερη από αυτή που αρχικά εκτιμούσαμε», σημειώνει επιτελικό στέλεχος τράπεζας. Τα αποτελέσματα της Black-Rock μαζί με το PSI είναι αυτά που, κατά κύριο λόγο, θα καθορίσουν τον… λογαριασμό για τις πρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες των εγχώριων τραπεζών, ο οποίος σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία εμφανίζεται να προσεγγίζει τα 15 δισ. ευρώ. Ηδη οι επιτελείς της ΤτΕ επεξεργάζονται τα στοιχεία της BlackRock ώστε να προσδιοριστούν οι πρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες. Η ΤτΕ θα εκτιμήσει τις συνολικές προβλέψεις που θα πρέπει να λάβουν οι τράπεζες για την αντιμετώπιση του πιστωτικού κινδύνου, δηλαδή των μη εξυπηρετούμενων δανείων, όπως θα διαμορφωθεί, βάσει των εκτιμήσεων της BlackRock, στο τέλος του 2013. Από τις προβλέψεις αυτές, οι επιτελείς της κεντρικής τράπεζας θα αφαιρέσουν τις προβλέψεις που ήδη έχουν διενεργήσει οι εμπορικές τράπεζες, ώστε να προσδιοριστεί το έλλειμμα, η διαφορά, που πρέπει να καλυφθεί από την κάθε τράπεζα.

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, η διαδικασία της αξιολόγησης των πρόσθετων κεφαλαίων που θα απαιτηθούν θα ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου, οπότε θα παραδοθούν τα αποτελέσματα και στις τράπεζες. Εν συνεχεία θα ζητηθεί από τις εμπορικές τράπεζες να υποβάλουν στην ΤτΕ σχέδια κεφαλαιακής ενίσχυσης για την κάλυψη των αναγκών. Τα σχέδια αυτά θα περιλαμβάνουν τρόπους για την εξεύρεση κεφαλαίων, αλλά θα περιγράφουν και τον νέο επιχειρησιακό σχεδιασμό για το πώς τα τραπεζικά ιδρύματα θα προσαρμοστούν στο νέο οικονομικό περιβάλλον. Θα πρέπει να κατατεθούν και να εγκριθούν από την ΤτΕ το αργότερο έως τέλος Απριλίου. Στο έργο αυτό θα συνδράμει επικουρικά η Bain & Company, μια από τις κορυφαίες συμβουλευτικές εταιρείες στον κόσμο. Η Bain & Company θα προσφέρει την τεχνογνωσία της στην ΤτΕ τόσο για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών όσο και τη γενικότερη αναδιάρθρωση του κλάδου ώστε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Αναλυτικότερα, θα εξετάσουν από κοινού τα σχέδια των τραπεζών με την αμερικανική εταιρεία να λειτουργεί ως ανεξάρτητος σύμβουλος για την αξιολόγηση των σχεδίων. Ετσι αν, για παράδειγμα, μια τράπεζα προβλέπει έσοδα 500 εκατ. ευρώ από την πώληση μιας θυγατρικής εταιρίας στη νοτιοανατολική Ευρώπη, η αμερικανική εταιρεία θα αξιολογήσει τις συνθήκες στην τοπική αγορά και θα εκτιμήσει αν οι προσδοκίες της τράπεζας είναι ρεαλιστικές. Αν τα σχέδια κριθούν ως μη ρεαλιστικά, οι τράπεζες θα πρέπει να πραγματοποιήσουν τις απαραίτητες προσαρμογές. Αν κριθούν ρεαλιστικά, οι τράπεζες θα έχουν περιθώριο μέχρι το τέλος Αυγούστου να υλοποιήσουν τις προβλεπόμενες δράσεις για την άντληση των αναγκαίων κεφαλαίων. Αν αποτύχουν να συγκεντρώσουν τα κεφάλαια, τότε θα πρέπει να καταφύγουν, πιθανότατα, στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ).

Τα σχέδια των τραπεζών

Πώληση περιουσιακών στοιχείων, ακινήτων, θυγατρικών ακόμα και χαρτοφυλακίων δανείων που εξυπηρετούνται κανονικά σχεδιάζουν οι τράπεζες προκειμένου να μπορέσουν να αυξήσουν τα κεφάλαιά τους και να μείνουν με το κεφάλι έξω από το νερό. Παράλληλα, σχεδιάζουν να προχωρήσουν σε επαναγορές υβριδικών κεφαλαίων (με σημαντική έκπτωση), κίνηση που ήδη πραγματοποίησε η Εθνική Τράπεζα, αυξάνοντας έτσι τους δείκτες βασικών ιδίων κεφαλαίων. Παράλληλα με την πώληση υγιών χαρτοφυλακίων δανείων οι τράπεζες θα μειώσουν άμεσα τις απαιτήσεις σε εποπτικά κεφάλαια, βελτιώνοντας έτσι έμμεσα τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.

Οι τράπεζες καταρτίζουν λίστες, που περιλαμβάνουν ακίνητα, ξενοδοχεία, θυγατρικές πλην τραπεζικού τομέα, αλλά και θυγατρικές τράπεζες στο εξωτερικό, στοιχεία που μπορούν να διατεθούν προς πώληση του 2012. Αν και αρχική πρόθεση ήταν να διαφυλαχθούν οι επενδύσεις στον τραπεζικό τομέα που έχουν πραγματοποιηθεί στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης, ωστόσο η δραματική τροπή της κρίσης, που έχει οδηγήσει σε δεινή θέση τις τράπεζες, υποχρεώνει σε επιθετικότερες κινήσεις. Ηδη η Eurobank έχει συμφωνήσει την πώληση της Polbank, στην Πολωνία, στη Raiffeisen, ενώ η Τράπεζα Πειραιώς αναζητεί αγοραστή για την Piraeus Bank στην Αίγυπτο. Τα επιτελεία των τραπεζών εξετάζουν τις δυνατότητες πώλησης θυγατρικών τραπεζών σε άλλες χώρες ώστε να ενισχύσουν τα κεφάλαιά τους στη σημερινή δύσκολη συγκυρία και να απελευθερώσουν πολύτιμη ρευστότητα. Ωστόσο, οι προσπάθειες των τραπεζών για την πώληση θυγατρικών γίνονται σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία, καθώς η ραγδαία επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών στην παγκόσμια αγορά και οι νέες κεφαλαιακές απαιτήσεις για τις τράπεζες οδηγούν πολλές ευρωπαϊκές τράπεζες σε «επιθετικές» πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων.

Επαναγορά

Καλυμμένες ομολογίες και υβριδικούς τίτλους που ξεπερνούν τα 300 εκατ. ευρώ επαναγόρασε, σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία, η Εθνική Τράπεζα μέσω της δημόσιας πρότασης που είχε υποβάλει στο τέλος Δεκεμβρίου. Στελέχη της Εθνικής αναφέρουν την ικανοποίησή τους για την ανταπόκριση στη συναλλαγή. Η δημόσια πρόταση αφορούσε καλυμμένες ομολογίες σταθερού επιτοκίου που έχει εκδώσει η τράπεζα ύψους 1,5 δισ. ευρώ οι οποίες λήγουν το 2016, καθώς και διάφορες εκδόσεις υβριδικών τίτλων ύψους περίπου 350 εκατ. ευρώ. Για την απόκτηση των παραπάνω τίτλων η Εθνική Τράπεζα προσέφερε ποσοστό που αντιστοιχεί στο 70% της ονομαστικής αξίας των καλυμμένων ομολογιών και στο 45% της αξίας των υβριδικών τίτλων. Με την κίνηση η Εθνική ενισχύει περαιτέρω την κεφαλαιακή της βάση. Oπως σημειώνουν στελέχη της τράπεζας, τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, παρά τις αντίξοες συνθήκες, ο όμιλος έχει καταφέρει να ενισχύσει τα κεφάλαιά του κατά 3,5 δισ. ευρώ και προσθέτουν ότι το επόμενο διάστημα θα ακολουθήσουν κι άλλες κινήσεις στην κατεύθυνση αυτή.

Γιάννης Παπαδογιάννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Για τον κίνδυνο «βύθισης» της πιστωτικής επέκτασης το 2012 προειδοποιούν οι τράπεζες αν δεν εκτονωθεί η ανησυχία και δεν ομαλοποιηθούν οι συνθήκες στην οικονομία. Σύμφωνα με εκτιμήσεις τραπεζών, το 2011 ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης θα διαμορφωθεί κοντά στο 3%, ενώ αν δεν σταθεροποιηθεί η οικονομία, προβλέπουν «βουτιά» άνω του 5% για τη φετινή χρονιά. Αυτό σημαίνει ότι οι αποπληρωμές δανείων θα είναι μεγαλύτερες των νέων δανείων κατά 12 δισ. ευρώ! Μια νέα μεγάλη μείωση της ρευστότητας στην οικονομία θα επιδείνωνε δραστικά τις μακροοικονομικές συνθήκες, με την ύφεση να ξεπερνάει το 5% και την ανεργία το 20%. Σε ένα τέτοιο οικονομικό περιβάλλον, τονίζουν, ακόμα περισσότερα νοικοκυριά και επιχειρήσεις θα αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους οδηγώντας την οικονομία σε φαύλο κύκλο.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΤτΕ στο ενδεκάμηνο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου, ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης διαμορφώθηκε στο -2,4% και το υπόλοιπο δανείων περιορίστηκε στα 250 δισ. ευρώ (Νοέμβριος 2011) από 257,8 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2010. Στο ενδεκάμηνο τα δάνεια προς επιχειρήσεις τρέχουν με ρυθμό -0,5%, ενώ τα δάνεια προς νοικοκυριά εμφανίζουν μείωση κατά 3,8%. Στελέχη τραπεζών προειδοποιούν ότι η κατάσταση στην οικονομία είναι οριακή και περαιτέρω παράταση της αβεβαιότητας μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες καταστάσεις.

Αυτή τη στιγμή, σημειώνουν επιτελικά στελέχη τραπεζών, το μεγαλύτερο πρόβλημα της οικονομίας είναι η αβεβαιότητα, προσθέτοντας ότι όλο το βάρος πρέπει να δοθεί στη σταθεροποίηση της κατάστασης. «Αν καταφέρουμε να απομακρύνουμε την αβεβαιότητα και τα καταστροφικά σενάρια μιας εξόδου από το ευρώ, τότε η οικονομία θα πάρει μια μεγάλη ανάσα ύστερα από 3 χρόνια βαθιάς ύφεσης», τονίζουν. Εκτιμούν ότι αν εκλείψει ο φόβος επιστροφής στη δραχμή, μέρος της ρευστότητας θα επιστρέψει στο τραπεζικό σύστημα, τα επιτόκια θα μειωθούν και η κατανάλωση θα ανακάμψει.

Στην κατεύθυνση αυτή είναι απολύτως απαραίτητη η επιτυχής ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για τη λήψη του νέου πακέτου οικονομικής βοήθειας. Αν αυτό επιτευχθεί, τότε αυτόματα θα εκλείψει η ανησυχία για το φάσμα εξόδου της χώρας μας από την Ευρωζώνη, στοιχείο καθοριστικό για τη σταθεροποίηση της κατάστασης. Ετσι θα περιοριστούν οι εκροές ρευστότητας, σταδιακά μέρος της ρευστότητας θα επιστρέψει στο τραπεζικό σύστημα και θα διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση πολιτικών για την αναθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας.

Ωστόσο, σημειώνουν ότι δεν είναι καθόλου βέβαιη η λήψη του νέου πακέτου. Δεδομένων των σημαντικών αστοχιών στην επίτευξη των μακροοικονομικών στόχων, θα πρέπει τις επόμενες εβδομάδες όλο το βάρος να δοθεί στην άμεση προώθηση των διαρθρωτικών αλλαγών ώστε η χώρα μας να διαπραγματευθεί από σχετικά καλύτερη θέση.

Γιάννης Παπαδογιάννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Οριστικοποιείται, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, τις αμέσως επόμενες ημέρες η συμφωνία κυβέρνησης – ιδιωτών ομολογιούχων για την υλοποίηση του σχεδίου εθελοντικής ανταλλαγής των ελληνικών ομολόγων (PSI).

Τραπεζικές πηγές, μιλώντας στην «Κ», προδικάζουν ότι η συμφωνία θα ολοκληρωθεί εντός της εβδομάδας. Σε ό, τι αφορά τη δομή της συμφωνίας, σημειώνουν ότι σε γενικές θα περιλαμβάνει «κούρεμα» στην ονομαστική αξία των ομολόγων κατά 50%, όπως αποφασίστηκε στη σύνοδο κορυφής της 27ης Οκτωβρίου, ενώ η επίπτωση στην καθαρή παρούσα αξία (NPV) θα προσεγγίσει, χωρίς όμως να ξεπεράσει, το 60%. Τα επιτόκια των νέων ομολόγων που θα εκδοθούν θα ξεκινούν από το 4% και θα φτάνουν μέχρι το 5%, ανάλογα με τη χρονική διάρκεια του κάθε τίτλου. Σε ό, τι αφορά το νομικό καθεστώς, οι νέοι τίτλοι θα απολαμβάνουν το ίδιο καθεστώς με αυτό των δανείων που έχει λάβει η χώρα μας από την τρόικα, δηλαδή θα διέπονται από το βρετανικό δίκαιο.

Τις προηγούμενες ημέρες τράπεζες και θεσμικά χαρτοφυλάκια είχαν εντείνει τις προσπάθειές τους για την επίτευξη συμφωνίας, καθώς αναγνωρίζουν ότι ο χρόνος κυλά εναντίον τους και, φυσικά, για τη χώρα μας η οποία αν δεν ολοκληρώσει το PSI και δεν εξασφαλίσει τη νέα δανειακή σύμβαση απειλείται με άμεση χρεοκοπία. Την προηγούμενη εβδομάδα παρενέβη για το θέμα ο επικεφαλής του IIF κ. Τσαρλς Νταλάρα, ο οποίος υπογράμμισε την ανάγκη να ολοκληρωθεί άμεσα η συμφωνία ανταλλαγής. Την περασμένη Πέμπτη, ο οικονομικός σύμβουλος του πρωθυπουργού κ. Γκίκας Χαρδούβελης, μιλώντας στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ, σημείωσε ότι οι διαπραγματεύσεις για το PSI πρέπει να ολοκληρωθούν το επόμενο διάστημα, προσθέτοντας πως οι δανειστές θέλουν να κλείσει η συμφωνία το συντομότερο δυνατόν για να μη χάσουν τα χρήματά τους.

Στελέχη τραπεζών εκτιμούν ότι η ανταπόκριση των ιδιωτών στο πρόγραμμα ανταλλαγής θα είναι ικανοποιητική, καθώς η ραγδαία επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών διεθνώς και η εξασθένιση των τραπεζών σε όλη την Ευρώπη καθιστούν την Ελλάδα εξαιρετικά ευάλωτη. «Αν το PSI δεν ολοκληρωθεί γρήγορα, τότε οι ιδιώτες πιστωτές κινδυνεύουν να χάσουν όχι το 50%, αλλά το σύνολο των κεφαλαίων που είχαν δανείσει στη χώρα μας» τονίζουν οι τράπεζες. Για την ταχεία ολοκλήρωση της συναλλαγής πιέζουν ακόμα Ε. Ε. και ΔΝΤ, αναγνωρίζοντας τους κινδύνους που δημιουργεί η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών. Ωστόσο, υπογραμμίζεται ότι το ΔΝΤ τους τελευταίους μήνες, αντιδρώντας στη συνεχιζόμενη αδράνεια της χώρας και την αδυναμία επίτευξης των στόχων τόσο για τη δημοσιονομική προσαρμογή όσο και τις μεταρρυθμίσεις, έχει σκληρύνει τη στάση του και ζητεί έμπρακτα αποτελέσματα προκειμένου να δώσει το πράσινο φως για τα επόμενα βήματα.

Για να διασφαλιστεί η επιτυχία της συναλλαγής και να ασκηθεί περαιτέρω πίεση στους πιστωτές, η κυβέρνηση σχεδιάζει να θεσμοθετήσει τα Collective Action Clauses (CAC’s) σύμφωνα με τα οποία εάν μια ορισμένη πλειοψηφία των ομολογιούχων αποδεχθεί την πρόταση, τότε οφείλει να ακολουθήσει και να αποδεχθεί την πρόταση και η μειοψηφία. Στελέχη τραπεζών υπογραμμίζουν στην «Κ» ότι πλέον το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η επιτυχία ή όχι του PSI, αλλά το αν η Ελλάδα θα κατορθώσει να ολοκληρώσει με επιτυχία τις διαπραγματεύσεις για τη λήξη του νέου πακέτου οικονομικής βοήθειας. Χωρίς αυτό, το PSI θα καταρρεύσει αυτόματα, καθώς για την πραγματοποίηση της συναλλαγής η Ελλάδα θα πρέπει να δώσει στους ομολογιούχους περί τα 30 δισ. ευρώ. Σημειώνουν ότι τις επόμενες λίγες εβδομάδες θα πρέπει να γίνουν πάρα πολλά πράγματα, ειδικά στον χώρο των μεταρρυθμίσεων.

Αναλυτές υπογραμμίζουν ότι η μεγαλύτερη εστία αβεβαιότητας και προβληματισμού για την έκβαση της δημοσιονομικής κρίσης ήταν και παραμένει το πολιτικό σύστημα και η αδυναμία να εφαρμόσει τις πολιτικές για τις οποίες έχει δεσμευτεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι σχετικά απλά τεχνικά ζητήματα, όπως η απελευθέρωση κλειστών επαγγελμάτων (φορτηγών δημόσιας χρήσης, φαρμακοποιών, ταξί κ. λπ.) έχουν μετατραπεί σε «γεφύρι της Αρτας» με τους υπουργούς να εξαντλούν την ευρηματικότητά τους σε τεχνάσματα που ακυρώνουν την ουσία των μεταρρυθμίσεων. Τονίζουν ότι μόνο με έμπρακτα αποτελέσματα θα μπορέσει η χώρα να λάβει τη νέα οικονομική βοήθεια.

Γιάννης Παπαδογιάννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Παλαιότερα άρθρα »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.