Η κακή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας αποτελούν τη βασική εστία πίεσης και ανησυχίας για τις ελληνικές τράπεζες, σύμφωνα με έκθεση της Deloitte, που παρουσιάζει σήμερα η «Καθημερινή».
Την ώρα που αυξάνει η ανησυχία για τον κίνδυνο ρευστότητας και τις δυνατότητες αντίδρασης των ελληνικών τραπεζών, η Deloitte εμφανίζεται καθησυχαστική. Κάτι σπάνιο στις μέρες μας.
Στην έκθεση υπογραμμίζεται, για παράδειγμα, ότι οι εγχώριες τράπεζες βρίσκονται σε αισθητά καλύτερη θέση από τις ευρωπαϊκές. Προκύπτει επίσης χαμηλός βαθμός δανεισμού ως ποσοστού του ΑΕΠ, μεγάλη καταθετική βάση και ισχυρή κεφαλαιακή βάση. Προβλέπει, όμως, με νόημα ότι το 2010 και το 2011 θα είναι έτη συγχωνεύσεων και θεωρεί πιθανό το ενδεχόμενο «μέγα-συγχωνεύσεων» μεταξύ των μεγάλων εγχώριων τραπεζών.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η κρίση αναπόφευκτα έχει δημιουργήσει μεγάλη πίεση στις μικρού μεγέθους τράπεζες. Ετσι αναμένεται η φετινή χρονιά και το 2011 να αποτελέσουν έτη συγκέντρωσης δυνάμεων στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα, με πρώτο αποτέλεσμα την απορρόφηση μικρών τραπεζών από μεγαλύτερες ή συγχωνεύσεις μικρών τραπεζών για τη δημιουργία μεγαλύτερου μεγέθους σχημάτων.
Ωστόσο η Deloitte δεν αποκλείει να δούμε και μέγα-συγχωνεύσεις μεταξύ μεγάλου μεγέθους τραπεζών. Το μόνο που χρειάζεται είναι μια συγχώνευση μεγάλων τραπεζών προκειμένου να πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις μεταξύ των άλλων μεγάλων ελληνικών τραπεζών, αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έκθεση.
Αναλυτικότερα, η Deloitte σημειώνει ότι έως τώρα οι ελληνικές τράπεζες κατάφεραν να ξεπεράσουν με επιτυχία τις επιπτώσεις της πρωτοφανούς διεθνούς κρίσης μέσω του αποτελεσματικού μοντέλου λειτουργίας, της ισχυρής κεφαλαιακής τους βάσης, καθώς και λόγω της μηδαμινής έκθεσής τους σε τοξικά και άλλα δομημένα επενδυτικά προϊόντα που αποτέλεσαν μια από τις βασικές γενεσιουργές αιτίες της κρίσης.
Ο διεθνής οίκος σημειώνει ότι οι εγχώριες τράπεζες απέφυγαν την εμπλοκή σε τοξικές επενδύσεις αξιοποιώντας τα κεφάλαιά τους για την εξαγορά τραπεζών και για την επέκταση της παρουσίας τους στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Σε πείσμα της μείωσης της κερδοφορίας άλλα και των αυξημένων εποπτικών απαιτήσεων, βάσει των απαιτήσεων της Βασιλείας ΙΙ, η χρηματοοικονομική τους κατάσταση, σύμφωνα με την Deloitte, παραμένει ισχυρή, ενώ οι πρόσφατες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου με την καταβολή μετρητών θωράκισαν ακόμα περισσότερο την κεφαλαιακή τους βάση και με αυτό τον τρόπο υποστήριξαν τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η Deloitte υπογραμμίζει τις σημαντικές -και εξαιρετικά ευνοϊκές- διαφορές τόσο σε ό,τι αφορά τον βαθμό δανεισμού όσο και την καταθετική βάση μεταξύ των ελληνικών τραπεζών και του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης των «27».
Στο τέλος Σεπτεμβρίου 2009, το συνολικό ενεργητικό της Εθνικής έφτανε τα 112 δισ. ευρώ, της Eurobank τα 84 δισ., της Alpha τα 69 δισ., της Πειραιώς τα 53 δισ., της ΑΤΕ τα 29 δισ., της Εμπορικής επίσης στα 29 δισ. και της MarfiEgnatia στα 21 δισ. ευρώ.
«Καμπανάκι» για την άντληση κεφαλαίων
Με ανάμεικτα συναισθήματα υποδέχθηκαν οι επιτελείς των τραπεζών την επιτυχία της ομολογιακής έκδοσης του Δημοσίου την προηγούμενη Δευτέρα. Η υπερκάλυψη της έκδοσης έδωσε μια μεγάλη ανάσα σε όλους, καθώς λίγες ημέρες πριν η αβεβαιότητα ήταν τόσο μεγάλη, που πολλοί αμφέβαλλαν αν θα βρεθούν ξένοι να δανείσουν την Ελλάδα, ανεξαρτήτως επιτοκίου.
Την ανακούφιση όμως γρήγορα διαδέχθηκε ο προβληματισμός, καθώς το κόστος άντλησης των κεφαλαίων διαμορφώθηκε σε ανατριχιαστικά υψηλά επίπεδα: 350 μονάδες βάσης (μ.β.) υψηλότερα από το μέσο ευρωπαϊκό και 380 μ.β. από το γερμανικό επιτόκιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Κυπριακή Δημοκρατία άντλησε στο τέλος της εβδομάδας 1 δισ. ευρώ με κόστος 125 μονάδων βάσης.
Το κόστος αυτό είναι μη λειτουργικό καθώς εν πoλλoίς καθιστά περίπου αδύνατη την άντληση κεφαλαίων από τις τράπεζες. Σημειώνεται ότι μπορούν να δανειστούν μόνο αν πληρώσουν 100 με 150 μ.β. παραπάνω από το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου. Τι σημαίνει αυτό; Οτι οι τράπεζες δεν μπορούν να αντλήσουν κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν την πιστωτική επέκταση και, το χειρότερο, ότι θα δυσκολευτούν πάρα πολύ να αντλήσουν κεφάλαια για να αναχρηματοδοτήσουν τα 28 δισ. ευρώ (έως το τέλος Ιουνίου) που έλαβαν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στο πλαίσιο των έκτακτων μέτρων στήριξης. Αν οι πιέσεις δεν εκτονωθούν και δεν ανακτήσουμε ένα ελάχιστο όριο αξιοπιστίας, οι ελληνικές τράπεζες γρήγορα θα βρεθούν με την πλάτη στον τοίχο και η μόνη σωτηρία θα είναι η ΕΚΤ: παρέχοντας κάποια πρόσθετη πίστωση χρόνου για την επιστροφή των κεφαλαίων. Η προοπτική αυτή από πολλούς αναλυτές θεωρείται πιθανή και, αν συμβεί, θα αποτελέσει το «φιλί της ζωής» για τις εγχώριες τράπεζες. Οι τραπεζίτες σημειώνουν με έμφαση ότι το κόστος του χρήματος διαμορφώνεται σε μη βιώσιμα επίπεδα που προσομοιάζουν σε κατάσταση χρεοκοπίας και αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα που θα καθησυχάσουν τις αγορές, τότε οι πιθανότητες επιβίωσης είναι περιορισμένες. Ωστόσο η μεγάλη ανησυχία των επιτελών των τραπεζών είναι το ενδεχόμενο παρερμηνείας της υπερκάλυψη της ομολογιακής έκδοσης. Δηλαδή η κυβέρνηση να μη θεωρήσει την προσφορά των κεφαλαίων ως την ύστατη ευκαιρία, μια μικρή πίστωση χρόνου για δράση, αλλά να πιστέψει ότι παρά την αρνητική φημολογία είναι εύκολο ανά πάσα στιγμή να αντλήσει (έστω και με υψηλότερο κόστος) τα κεφάλαια που χρειάζεται και να αφεθεί σε μια πολιτική παθητικής διαχείρισης, όπως αυτή που τελικά ακολουθείται τους τελευταίους μήνες.
Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή εδώ και εδώ.