Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Την πεποίθηση ότι οι συγχωνεύσεις δεν αποτελούν πανάκεια υπογραμμίζει σε συνέντευξή του στην «Κ» ο πρόεδρος του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου (Τ.Τ.) Κλέων Παπαδόπουλος, προσθέτοντας ότι η γρήγορη επιστροφή της χώρας σε αναπτυξιακή τροχιά είναι το μέγα ζητούμενο. Ο κ. Παπαδόπουλος διατυπώνει επιφυλάξεις για την πρόταση εξαγοράς που κατέθεσε η Τράπεζα Πειραιώς, παρουσιάζει τους στόχους του Τ.Τ. και εμφανίζεται αισιόδοξος για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

- Το φλέγον θέμα των ημερών είναι οι προσδοκίες για αλλαγές στο τραπεζικό τοπίο μέσω συγχωνεύσεων. Ποιες είναι οι εκτιμήσεις σας;

- Εδώ και πολύ καιρό συζητείται ότι θα αλλάξει το τοπίο και θα γίνουν συγχωνεύσεις. Το πόσο γρήγορα θα γίνουν δεν το γνωρίζω, ωστόσο τις περισσότερες φορές οι προσδοκίες ελάχιστη επαφή έχουν με την πραγματικότητα. Θέλω να υπενθυμίσω ότι οι συγχωνεύσεις δεν αποτελούν πανάκεια. Αν δεν είναι μια καλά μελετημένη πρόταση, μεταξύ τραπεζών που πατούν καλά στα πόδια τους, και δεν δημιουργείται πρόσθετη αξία, τότε μια συγχώνευση προκαλεί περισσότερα προβλήματα από όσα φιλοδοξεί ότι θα λύσει. Με ανησυχεί το γεγονός ότι σε μια περίοδο που οι τράπεζες πρέπει να επικεντρωθούν στο πώς θα τονώσουν την οικονομία με αναπτυξιακές κινήσεις, όλος ο κόσμος αναλώνεται με τη «συγχωνευσιολογία». Η εμμονή αυτή είναι αντιπαραγωγική. Αλλωστε το πρόβλημα των τραπεζών σήμερα δεν είναι το μικρό τους μέγεθος αλλά η πρόσβαση σε ρευστότητα, λόγω της κακής δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας. Ενα πράγμα θα έπρεπε να μας απασχολεί νυχθημερόν: πώς θα οδηγήσουμε τη χώρα πιο γρήγορα σε τροχιά ανάπτυξης.

- Σε εξέλιξη βρίσκεται η πρόταση εξαγοράς του Τ.Τ. από την Τράπεζα Πειραιώς. Ως διοίκηση δεν θα τοποθετηθείτε έναντι της πρότασης;

- Ο θεσμικός ρόλος μου απαιτεί να προασπίζομαι τα συμφέροντα όλων των μετόχων μας. Η πρόταση της Τράπεζας Πειραιώς αφορά συγκεκριμένο μέτοχο, ο οποίος και την αξιολογεί. Αν γίνει δημόσια πρόταση στους μετόχους της τράπεζας ασφαλώς θα την αξιολογήσουμε και θα εκφράσουμε γνώμη. Σίγουρα η πρόταση είναι συμφέρουσα για τους μετόχους της Πειραιώς. Ταυτόχρονα βάζει στην ατζέντα της συζήτησης όλο το τραπεζικό σύστημα. Από εκεί και πέρα για τη συγκεκριμένη πρόταση έχουν διατυπωθεί σοβαρές αιτιάσεις από νομικούς και αναλυτές. Παράδειγμα ο σεβασμός των δικαιωμάτων μειοψηφίας ή το ιδιότυπο της προσφοράς που αφορά ταυτόχρονα δύο πιστωτικά ιδρύματα, το Τ.Τ. και την ΑΤΕ, και μάλιστα με τη λογική ή και τα δύο ή τίποτα. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτά είναι θέματα που θα αξιολογηθούν από τον βασικό μέτοχο και τους συμβούλους του. Εμένα με ενδιαφέρει να υπηρετώ το όραμα μιας κοινωνικής τράπεζας, το οποίο και σκοπεύω να αναδείξω και να ενισχύσω.

- Πώς βλέπετε την προοπτική δημιουργίας ενός ισχυρού δημόσιου πυλώνα στο τραπεζικό σύστημα;

- Στην Ελλάδα πρέπει κάποια στιγμή να ξεκαθαρίσουμε τις έννοιες και τη σημασία τους. Στη χώρα μας όπως και σε όλο τον κόσμο το σύνολο του τραπεζικού συστήματος βρίσκεται υπό δημόσιο έλεγχο. Το ερώτημα είναι αν θέλουμε και δημόσια ιδιοκτησία. Στο παρελθόν ο έλεγχος και η διοίκηση τραπεζών και άλλων επιχειρήσεων από το Δημόσιο ήταν υπεύθυνα για πολλές αμαρτίες τις οποίες σε μεγάλο βαθμό πληρώνουμε σήμερα. Ασφαλώς με μεγάλες αμαρτίες βαρύνεται και ο ιδιωτικός τομέας. Το ζητούμενο είναι το Δημόσιο να διασφαλίσει μέσω του θεσμικού του ρόλου ότι με την τήρηση των κανόνων, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία οι αμαρτίες θα εξαλειφθούν. Δυστυχώς για πολλά χρόνια το Δημόσιο δεν άσκησε όπως θα έπρεπε τον θεσμικό του χαρακτήρα και αναλώθηκε στον ρόλο του κράτους – επιχειρηματία με τα γνωστά αποτελέσματα. Στο πλαίσιο αυτό θα έλεγα ότι είναι λάθος η αντίληψη ότι το κράτος θα ελέγχει καλύτερα το τραπεζικό σύστημα, όντας ιδιοκτήτης τραπεζών και ότι οι αποκρατικοποιήσεις οδηγούν σε απώλεια ελέγχου. Ο έλεγχος πρέπει να ασκείται θεσμικά και εκεί τελειώνει η κουβέντα περί ελέγχου. Ωστόσο, η δημόσια ιδιοκτησία πρέπει να υπηρετεί την κοινωνία και να υπόκειται σε αυστηρούς κανόνες διαφάνειας και λογοδοσίας. Ο κόσμος έχει την ανάγκη ενός δημόσιου πυλώνα γιατί οι ιδιωτικές τράπεζες με την εμμονή τους στην ονομαστική κερδοφορία έχουν αποξενώσει την κοινωνία και την έχουν οδηγήσει σε πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Μια κερδοφορία που συχνά αποδεικνύεται πρόσκαιρη και συγκυριακή, υποκρύπτοντας και υποσκάπτοντας τη μακροπρόθεσμη υγεία των ισολογισμών τους. Οι τράπεζες πρέπει να ξαναβρούν τον παραδοσιακό τους ρόλο. Να φυλάσσουν την περιουσία των πελατών και να δανείζουν την υγιή επιχειρηματικότητα, δημιουργώντας και στηρίζοντας την ανάπτυξη.

- Στο σημερινό δύσκολο περιβάλλον για τις τράπεζες και την οικονομία ποιος ο ρόλος και οι φιλοδοξίες του Τ.Τ.;

- Στον πυρήνα της φιλοσοφίας μας βρίσκεται ο άνθρωπος και δεν κουραζόμαστε να επαναλαμβάνουμε ότι είμαστε μια ανθρώπινη τράπεζα. Μας ενδιαφέρει αν δημιουργούμε μακροχρόνιες σχέσεις και δεν βλέπουμε τους πελάτες μας ως αριθμούς – στόχους. Είμαι βέβαιος ότι η προσέγγισή μας αυτή, το χτίσιμο μακροχρόνιας σχέσης εμπιστοσύνης, θα φέρει πρόσθετες εργασίες στην τράπεζά μας. Στη σημερινή δύσκολη συγκυρία για τη χώρα θέλουμε να συμβάλλουμε δυναμικά στην ενεργοποίηση της ανάπτυξης, χρηματοδοτώντας νέες ιδέες και επιχειρήσεις. Το να μοιράζεις χρήματα είναι εύκολο. Το δύσκολο είναι να χορηγείς χρήματα σε αξιόχρεους πελάτες, διαφυλάσσοντας τα χρήματα των καταθετών. Αν χρηματοδοτήσεις μια έξυπνη επιχειρηματική ιδέα, κάποιον ικανό επαγγελματία, συμβάλλεις στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, εισοδημάτων και κοινωνικού πλούτου. Στο Τ.Τ. είμαστε δίπλα στο δημιουργικό κομμάτι της κοινωνίας που μέσα στην κρίση διακρίνει την ευκαιρία για ένα καλύτερο αύριο.

«Υλοποιούνται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ιστορικής σημασίας»

- Ποιες είναι οι εκτιμήσεις σας για την οικονομία; Είστε αισιόδοξος ή απαισιόδοξος;

- Είμαι αισιόδοξος. Στη χώρα τους τελευταίους μήνες συντελείται κοσμογονία και υλοποιούνται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ιστορικής σημασίας. Είμαι βέβαιος ότι μέσα από τη φωτιά της ύφεσης θα έρθει η αναγέννηση. Αν συνεχίσουμε την αποτελεσματική εφαρμογή του προγράμματος σταθερότητας και δώσουμε βάρος στην ανάπτυξη, κάτι που βρίσκεται στις άμεσες προτεραιότητες του πρωθυπουργού, η ανάκαμψη θα έρθει πολύ πιο σύντομα από αυτό που περιμένουν οι αγορές. Δεν αργεί η στιγμή που θα σταθούμε και πάλι στα πόδια μας και δεν θα έχουμε ανάγκη πρόσθετης βοήθειας. Οι αγορές δεν έχουν ακόμα αντιληφθεί πόσο «λίπος» είχε, και σε κάποιο βαθμό εξακολουθεί να έχει, η ελληνική οικονομία. Αυτό που κάνει η κυβέρνηση είναι ότι κόβει το «λίπος». Είμαστε μια πλούσια χώρα, με δυνατότητες, άξιο ανθρώπινο δυναμικό και είμαι βέβαιος ότι τα αποτελέσματα, στο τέλος της ημέρας, θα είναι εντυπωσιακά.

Γιαννης Παπαδογιαννης

Δείτε την συνέντευξη στην Καθημερινή

Παρέλαση από τράπεζα σε τράπεζα πραγματοποιούν τις τελευταίες ημέρες οι μεγάλες διεθνείς επενδυτικές τράπεζες για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών εν όψει των προσδοκιών για την εκκίνηση νέου κύκλου εξαγορών – συγχωνεύσεων στον κλάδο. Στις ημέρες των ισχνών αγελάδων που βιώνει η παγκόσμια οικονομία η προοπτική αναδιάρθρωσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, και οι δουλειές που συνεπάγεται κάτι τέτοιο, φέρνουν στην Αθήνα όλες τις μεγάλες επενδυτικές τράπεζες. Την προηγούμενη εβδομάδα ξένοι σύμβουλοι πέρασαν από τα κεντρικά γραφεία του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και της Αγροτικής Τράπεζας για την απόκτηση των οποίων έχει καταθέσει πρόταση η Τράπεζα Πειραιώς. Ξένοι σύμβουλοι τις προηγούμενες ημέρες πέρασαν και από την Εθνική Τράπεζα, τη Eurobank EFG και την Alpha Bank προσφέροντας τις υπηρεσίες τους για κάθε ενδεχόμενο: συμβουλές για την υλοποίηση συγχώνευσης, την οργάνωση της άμυνας έναντι ενδεχόμενης φιλικής πρότασης από άλλη τράπεζα ή και της άντλησης κεφαλαίων, αν και στη σημερινή συγκυρία το τελευταίο φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα. Την προηγούμενη εβδομάδα ανακοινώθηκε η ανάθεση στην Deutsche Bank, HSBC Bank και την Lazard Freres, του προσδιορισμού και της αξιολόγησης των στρατηγικών επιλογών του Δημοσίου, της αποτίμησης των συμμετοχών του στο τραπεζικό σύστημα, και της αξιολόγησης των συνεπειών των διαφορετικών επιλογών στο τραπεζικό σύστημα. Το γεγονός ότι στους συμβούλους που επέλεξε το Δημόσιο δεν συμπεριλαμβάνονταν κάποιο από τα «βαριά» ονόματα στον χώρο αυτό εξέπληξε πολλούς, ωστόσο σύμφωνα με πληροφορίες, ο αυστηρός όρος που έθεσε το Δημόσιο για εξάμηνη αποχή από κάθε άλλη επενδυτική δουλειά ελληνικού ενδιαφέροντος απέτρεψε πολλούς από τους ενδιαφερόμενους. Παράλληλα, και η Τράπεζα Πειραιώς ανακοίνωσε την πρόσληψη ως χρηματοοικονομικών συμβούλων για την πρόταση εξαγοράς του Τ.Τ. και της ΑΤΕ, την Bank of America – Merrill Lynch, την Goldman Sachs και τη UBS. Σύμφωνα με στελέχη τραπεζών οι αμοιβές των ξένων συμβούλων κυμαίνονται ανάλογα με το μέγεθος και το είδος της συμφωνίας. Σε γενικές γραμμές σε κινήσεις εξαγορών – συγχωνεύσεων η αμοιβή κυμαίνεται σε 0,5% και 1,5% του τιμήματος ή της κεφαλαιοποίησης ενώ για παροχή «αμυντικών» συμβουλών αμείβονται με 2 – 3 εκατ. ευρώ.

Γιαννης Παπαδογιαννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Τη βελτίωση της κατάστασης και των προοπτικών της εγχώριας οικονομίας υπογράμμισε ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ) Γ. Προβόπουλος στη συνάντηση με τους επικεφαλής των μεγάλων εμπορικών τραπεζών.

Μετά πολύ καιρό, τόσο ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας όσο και οι επικεφαλής των εμπορικών τραπεζών εμφανίστηκαν αισιόδοξοι για τις προοπτικές της οικονομίας, σημειώνοντας ότι ένας δύσκολος κύκλος για την οικονομία κλείνει και ένας νέος ανοίγει. Ολοι συμφώνησαν ότι σταδιακά οι προσπάθειες πρέπει να επικεντρωθούν στην ενεργοποίηση αναπτυξιακών πολιτικών.

Στην κατεύθυνση αυτή θα συμβάλει καθοριστικά ρευστότητα ύψους 25 δισ. ευρώ που θα διοχετευθεί στο τραπεζικό σύστημα από την επέκταση του σχεδίου στήριξης. Οπως σημείωσε χθες ο υπουργός Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου μιλώντας στη Βουλή «η ρευστότητα αυτή, επέκταση του β΄ πυλώνα σχεδίου στήριξης, θα δοθεί με ένα και μόνο προαπαιτούμενο: την κατάθεση συγκεκριμένων σχεδίων πιστωτικής επέκτασης από κάθε τράπεζα χωριστά. Μόνο έτσι θα δοθούν τα χρήματα αυτά στις ελληνικές τράπεζες. Τα χρήματα αυτά πρέπει και θα πάνε στην πραγματική οικονομία και στην πιστωτική επέκταση, θα πάνε στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, αυτός είναι ο στόχος της ελληνικής κυβέρνησης».

Την ανάγκη αποκατάστασης των γραμμών χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά υπογράμμισε στους επικεφαλής των τραπεζών και ο κ. Γεώργιος Προβόπουλος, τονίζοντας την ουσιαστική βελτίωση των οικονομικών συνθηκών και προοπτικών μετά τις μεγάλες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που έχουν πραγματοποιηθεί το τελευταίο διάστημα. Στη συνάντηση συμμετείχαν ο πρόεδρος και ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας καθηγητής Βασίλειος Ράπανος και ο κ. Απόστολος Ταμβακάκης, ο πρόεδρος και ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank EFG, Ευθύμιος Χριστοδούλου και κ. Νικόλαος Νανόπουλος, ο διευθύνων σύμβουλος της Alpha Bank Δημήτριος Μαντζούνης, ο πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς Μιχάλης Σάλλας και ο διοικητής της Αγροτικής Τράπεζας Θεόδωρος Πανταλάκης. Οι επικεφαλής των τραπεζών μετέφεραν στον διοικητή της ΤτΕ την ικανοποίησή τους από την αποτελεσματική εφαρμογή του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης, αναγνωρίζοντας ότι διαγράφονται θετικές προοπτικές για την οικονομία. Ο κ. Προβόπουλος σημείωσε ότι θα πρέπει η θετική αυτή εικόνα να προβληθεί τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό και ζήτησε από τις τράπεζες να συντονιστούν στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας της ΤτΕ για την καλύτερη ενημέρωση των ξένων για την κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Συζήτησαν ακόμα την επικείμενη από την 1η Δεκεμβρίου 2010 ανάληψη από την ΤτΕ της εποπτείας και των ασφαλιστικών εταιρειών. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο κ. Προβόπουλος ζήτησε από τους τραπεζίτες να λάβουν όλες τις απαιτούμενες δράσεις στις θυγατρικές εταιρείες για την ενίσχυσή τους και την εξυγίανση του κλάδου. Σημειώνεται ότι για την ενίσχυση της εποπτείας του κλάδου, μετά τα κρούσματα των τελευταίων μηνών, αποφασίστηκε η μεταφορά της ευθύνης της εποπτείας του κλάδου στην ΤτΕ.

Στη συνάντηση δεν έγινε κουβέντα για το φλέγον ζήτημα των συγχωνεύσεων και των συζητήσεων για την ανάγκη συγκέντρωσης δυνάμεων στον κλάδο. Χθες, ο υπουργός Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου έδωσε σαφή στίγμα της κυβερνητικής πολιτικής στον τραπεζικό κλάδο, σημειώνοντας ότι: «Παραμένουμε στη θέση μας. Θέλουμε έναν ισχυρό δημόσιο πυλώνα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα».

Γιαννης Παπαδογιαννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Εν αναμονή των προτάσεων των συμβούλων για την καλύτερη αξιοποίηση των συμμετοχών του Δημοσίου στον τραπεζικό κλάδο και με δεδομένη την πίεση της τρόικας για τον περιορισμό της κρατικής παρουσίας στην οικονομία, η κυβέρνηση δεν έχει αποσαφηνίσει τη στρατηγική της. Σε κάθε περίπτωση, η προγραμματική δήλωση περί της δημιουργίας ενός ισχυρού κρατικού πυλώνα στον τραπεζικό τομέα φαίνεται πολύ δύσκολο να υλοποιηθεί στη σημερινή συγκυρία, αν και ο υφυπουργός Οικονομικών κ. Φ. Σαχινίδης σε χθεσινή του δήλωση σημείωσε πως η κυβέρνηση δεν αποστασιοποιείται από τη δημόσια θέση της για την ύπαρξη ενός δημόσιου πυλώνα στο τραπεζικό σύστημα. Στα μέσα Σεπτεμβρίου οι σύμβουλοι της κυβέρνησης (HSBC, Lazard και Deutsche Bank) αναμένεται να παραδώσουν προσχέδιο με τις αποτιμήσεις των τραπεζών κρατικού ενδιαφέροντος, ενώ μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου αναμένεται να παραδώσουν την τελική τους πρόταση στην κυβέρνηση. Στην τελική πρόταση θα περιλαμβάνονται η αποτίμηση των συμμετοχών του ελληνικού Δημοσίου στον τραπεζικό κλάδο, αποτιμήσεις τραπεζών, παρουσίαση εναλλακτικών δυνατοτήτων για την καλύτερη αξιοποίηση των συμμετοχών αυτών καθώς και η αξιολόγηση της πρότασης της Τράπεζας Πειραιώς για απόκτηση της Αγροτικής Τράπεζας και του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου.

Σημειώνεται ότι η δυσχερής κατάσταση της Αγροτικής Τράπεζας, η οποία απέτυχε στο πανευρωπαϊκό stress test που πραγματοποιήθηκε στο τέλος Ιουλίου, είναι αυτή που δημιουργεί πίεση για άμεση δράση. Υπενθυμίζεται ότι η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να ενισχύσει κεφαλαιακά την ΑΤΕ εντός του έτους, ενώ μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου θα πρέπει να έχει παρουσιαστεί αναλυτικό σχέδιο αντιμετώπισης των αδυναμιών της τράπεζας.

Η διοίκηση της Αγροτικής Τράπεζας έχει διατυπώσει τις απόψεις της στο οικονομικό επιτελείο και, σύμφωνα με πληροφορίες, έχει ζητήσει έγκριση για να προχωρήσει σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου παράλληλα με την υλοποίηση ενός εκτεταμένου σχεδίου αναδιάρθρωσης, που προβλέπει την επικέντρωση σε τραπεζικές δραστηριότητες, την αξιοποίηση των μη τραπεζικών συμμετοχών καθώς και τον περιορισμό των εκτός Ελλάδος δραστηριοτήτων. Ωστόσο η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας φαίνεται ότι σκοντάφτει στη δεινή δημοσιονομική κατάσταση της χώρας (το Δημόσιο ελέγχει το 77,3% της ΑΤΕ) αλλά και στην επιμονή της τρόικας στην κατεύθυνση της μείωσης της κρατικής παρουσίας στην οικονομία. Αξίζει να σημειωθεί ότι τη στιγμή που το κράτος στηρίζει ενεργά το σύνολο του τραπεζικού τομέα, αδυνατεί -υπό την πίεση της τρόικας- να ενισχύσει άμεσα μια θυγατρική του. Πάντως η επιμονή της τρόικας δεν είναι αδικαιολόγητη, δεδομένου ότι η Αγροτική αποτέλεσε εδώ και δεκαετίες μια «διακομματική τράπεζα», χορηγώντας δάνεια σε κόμματα, στηρίζοντας την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική (από τη στήριξη του Χρηματιστηρίου μέχρι την ενίσχυση αγροτών) και χορηγώντας δάνεια αποκλειστικά σε φίλιες δυνάμεις (επιχειρηματίες, αγρότες, συνεταιρισμούς κ. ά.) της κάθε κυβέρνησης. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι οφειλές του Δημοσίου προς την ΑΤΕ μόνο τα τελευταία χρόνια ανέρχονται σε περίπου 400 εκατ. ευρώ, από διάφορες παροχές σε κτηνοτρόφους και γεωργούς που κατέβαλε η τράπεζα κατόπιν κυβερνητικών εντολών και τις οποίες το Δημόσιο ουδέποτε απέδωσε στην τράπεζα.

Γιαννης Παπαδογιαννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Τον κίνδυνο οι κυοφορούμενες κινήσεις εξαγορών και συγχωνεύσεων να οδηγήσουν στη διχοτόμηση της εγχώριας τραπεζικής αγοράς μεταξύ υπερβολικά μεγάλων και υπερβολικά μικρών τραπεζών επισημαίνουν αναλυτές. Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα οι πέντε μεγάλες τράπεζες ελέγχουν το 69,7% των συνολικών καταθέσεων και το 68,1% των χορηγήσεων. Στη θεωρητική περίπτωση που η πρόταση της Τράπεζας Πειραιώς για την εξαγορά της Αγροτικής Τράπεζας και του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου γίνει δεκτή, τότε οι πέντε μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας θα ελέγχουν περίπου το 80% των καταθέσεων και χορηγήσεων. Αν μάλιστα ακολουθήσουν συγχωνεύσεις και μεταξύ των μεγάλων τραπεζών, κάτι που οι περισσότεροι θεωρούν πολύ πιθανό, τότε 2-3 τράπεζες θα ελέγχουν το 75% της αγοράς, αφήνοντας ένα μερίδιο αγοράς 25% για όλες τις υπόλοιπες τράπεζες της χώρας.

Σε ό, τι αφορά την Εθνική, η οποία επίσης βρέθηκε στο επίκεντρο σεναρίων συγχωνεύσεων, επισημαίνεται ότι με όποια μεγάλη τράπεζα και αν ενώσει τις δυνάμεις της, θα δημιουργήσει ένα τραπεζικό ίδρυμα που θα ελέγχει το 36,5% της ελληνικής αγοράς καταθέσεων και το 33,5% της αγοράς χορηγήσεων. Είναι αμφίβολο αν η δημόσια συζήτηση περί συγχωνεύσεων έχει αποτιμήσει τη σημασία της δημιουργίας ισχυρότερων τραπεζών και την προοπτική κυριαρχίας της αγοράς από 2-3 τραπεζικούς ομίλους. Υπενθυμίζεται ότι τα τελευταία χρόνια ο τραπεζικός τομέας έχει δεχθεί κριτική, τόσο από τη σημερινή όσο και από την προηγούμενη κυβέρνηση, για την ποιότητα του ανταγωνισμού. Στελέχη τραπεζών, ωστόσο, σημειώνουν στην «Κ» ότι υπάρχουν σημαντικά περιθώρια για συγχωνεύσεις μεταξύ των μεγάλων της αγοράς, τονίζοντας ότι η ποιότητα του ανταγωνισμού εξαρτάται από την ισχύ των μεγάλων παικτών και όχι από τον αριθμό τους. Η δημιουργία ισχυρότερων τραπεζών θα δημιουργήσει οικονομίες κλίμακος και θα προσφέρει καλύτερους όρους πρόσβασης στις διεθνείς αγορές χρήματος, κάνοντάς τις πιο ανταγωνιστικές. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Eνωσης (2008) ο βαθμός συγκέντρωσης των πέντε μεγαλύτερων ελληνικών τραπεζών, με βάση το ενεργητικό τους, διαμορφώνεται στο 69,5%, ξεπερνώντας κατά πολύ τον μέσο όρο της Ε.Ε. (44,7% στην Ε.Ε. των «15» και 44,1% στην Ε.Ε. των «27»). Επιτελικά στελέχη τραπεζών σημειώνουν, ωστόσο, ότι η εικόνα αυτή δεν είναι αντιπροσωπευτική. Ο βαθμός συγκέντρωσης είναι πολύ χαμηλός σε χώρες που είτε λειτουργούν ως διεθνή χρηματοοικονομικά κέντρα, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και το Λουξεμβούργο, είτε για ιστορικούς λόγους διαθέτουν ένα πολύ μεγάλο δίκτυο συνεταιριστικών και αποταμιευτικών τραπεζών, όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Ισπανία και η Ιταλία.

Σημειώνουν επίσης ότι ο βαθμός συγκέντρωσης του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα παραμένει αισθητά χαμηλότερος από χώρες όπως η Ολλανδία με 86,8%, το Βέλγιο με 81%, η Φινλανδία με 82% και ανάλογος του βαθμού συγκέντρωσης στην Πορτογαλία, που διαμορφώνεται στο 69,1%.

Υπερβολικές προσδοκίες και στρατηγικά διλήμματα για το μέλλον

Στελέχη τραπεζών σημειώνουν στην «Κ» ότι το επόμενο διάστημα είναι πιθανό να δούμε κινήσεις συγχωνεύσεων, προσθέτουν όμως ότι οι προσδοκίες που έχουν καλλιεργηθεί τελευταία είναι υπερβολικές. Επιπλέον, αμφιβάλλουν για τις δυνατότητες επίτευξης οικονομιών κλίμακας υπογραμμίζοντας ότι οι τράπεζες είναι επιχειρήσεις εντάσεως εργασίας και η επίτευξη οικονομιών κλίμακας μπορεί να γίνει μέσω σοβαρής μείωσης προσωπικού. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να συμβεί στη σημερινή δύσκολη για την οικονομία συγκυρία. Προσθέτουν ότι η αδυναμία πρόσβασης των τραπεζών στις διεθνείς αγορές δεν είναι απόρροια του μικρού μεγέθους, αλλά της δεινής δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας.

Οι μεγάλες τράπεζες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα σοβαρό στρατηγικό δίλημμα: η υποστήριξη και ανάπτυξη των θυγατρικών στα Βαλκάνια και την ευρύτερη περιοχή. Πριν από την κρίση η επέκταση στις γειτονικές χώρες στηρίχθηκε στην εύκολη πρόσβαση σε φτηνό χρήμα και στην υψηλή κερδοφορία των τραπεζών (από τις εργασίες στην Ελλάδα) μέρος της οποίας επενδύονταν στα Βαλκάνια. Σήμερα οι τράπεζες έχουν χάσει τόσο την πρόσβαση σε ρευστότητα όσο και την κερδοφορία τους και εν πολλοίς δεν μπορούν να υποστηρίξουν τις επενδύσεις τους.

Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ. Οι τράπεζες είτε θα υποχρεωθούν σε πωλήσεις θυγατρικών είτε θα αναζητήσουν κεφάλαια για την χρηματοδότησή τους. Στελέχη τραπεζών υπογραμμίζουν ότι συγχωνεύσεις ελληνικών τραπεζών δεν απαντούν στο «βαλκανικό» δίλημμα, καθώς μια συγχώνευση ούτε θα ανοίξει τις διεθνείς αγορές ούτε θα «γεννήσει» κερδοφορία στην Ελλάδα. Αναγνωρίζουν ότι μεγαλύτερο νόημα έχει η προοπτική στρατηγικών συμμαχιών με ξένους ισχυρούς ομίλους, οι οποίοι θα αναζωογονήσουν κεφαλαιακά τις εγχώριες τράπεζες. Από την άλλη πλευρά αναλυτές αποκρούουν τις εκτιμήσεις των τραπεζών ότι συγχωνεύσεις μεταξύ μεγάλων ελληνικών τραπεζών δεν θα αναδείξουν οικονομίες κλίμακος. Σημειώνουν ότι μια συγχώνευση δύο μεγάλων τραπεζών θα είχε άμεση θετική επίδραση στις δαπάνες από την αποχώρηση των διοικήσεων και των ανώτερων στελεχών που θα «περίσσευαν» στο νέο σχήμα. Μάλιστα αποδίδουν την απροθυμία των στελεχών των τραπεζών για συγχωνεύσεις στον φόβο για τις επιπτώσεις στις θέσεις της ανώτερης βαθμίδας.

Γιαννης Παπαδογιαννης

Δείτε το το άρθρο στην Καθημερινή

Την βεβαιότητά του για την επιστροφή της Εμπορικής σε κερδοφόρο τροχιά μέχρι το 2012 υπογραμμίζει σε συνέντευξή του στην «Κ» ο κ. Alain Strub, διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας. Ο κ. Strub εμφανίζεται αισιόδοξος για τις προοπτικές της εγχώριας οικονομίας, χαρακτηρίζοντας σπουδαίες τις αλλαγές που συντελούνται. Σε ό,τι αφορά τη συζήτηση περί εξαγορών και συγχωνεύσεων, ο διευθύνων σύμβουλος της Εμπορικής δηλώνει: «Δεν μας απασχολεί το θέμα».

– Πώς βλέπετε τις εξελίξεις στην ελληνική οικονομία; Υπάρχει φως στην άκρη του τούνελ;

– Είμαι αισιόδοξος για την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Τους τελευταίους μήνες, έχει γίνει μια μεγάλη προσπάθεια συνολικά από την ελληνική κοινωνία και οι αλλαγές που έχουν συντελεστεί είναι σπουδαίες. Hδη κάποια από τα μέτρα που έχουν ληφθεί αρχίζουν να αποδίδουν, γεγονός που δημιουργεί αισιοδοξία και εμπιστοσύνη για το μέλλον. Ασφαλώς μπορεί να χρειαστούν αναπροσαρμογές ή άλλες διορθωτικές παρεμβάσεις στην οικονομική πολιτική, αλλά σε γενικές γραμμές θα έλεγα χωρίς δυσκολία πως ναι, υπάρχει φως στην άκρη του τούνελ. Ωστόσο, πολλοί ανησυχούν για τις επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία. Κάθε οικονομική κρίση έχει επιπτώσεις. Οι επιχειρήσεις όσο και τα νοικοκυριά θα πρέπει να προσαρμοστούν στο νέο περιβάλλον. Χρειάζεται σύνεση, ευελιξία και σκληρή δουλειά από όλους. Εμείς από την πλευρά μας έχουμε κατανοήσει αυτήν την ανάγκη και κάνουμε τις απαραίτητες κινήσεις στήριξης της πραγματικής οικονομίας. Γενικά, δεν περιμένω ότι η οικονομική κρίση θα οδηγήσει σε συνολικό μαρασμό τις επιχειρήσεων. Η εμπειρία μου από την ύφεση που έπληξε τη Γαλλία στη δεκαετία του 1990 έδειξε ότι μπορεί να λειτουργήσει σαν ευκαιρία για καλύτερη οργάνωση των επιχειρήσεων, περικοπή περιττών εξόδων και γενικότερο νοικοκύρεμα. Ο ρόλος των τραπεζών σε αυτές τις περιόδους είναι να στηρίζουν τους πελάτες τους και να δίνουν τις σωστές κατευθύνσεις, ώστε οι πελάτες να είναι από την πλευρά εκείνων που θα αξιοποιήσουν σωστά τις ευκαιρίες που δημιουργούνται μέσα από την κρίση και θα βγουν νικητές.

– Η δύσκολη συγκυρία στην Ελλάδα επηρεάζει το επιχειρησιακό σχέδιο αναμόρφωσης της Εμπορικής;

– Προκειμένου να διασφαλίσουμε την αντοχή μας στην οικονομική κρίση και να εξετάσουμε το εύρος και το μέγεθος των ενδεχόμενων επιπτώσεών της στη λειτουργία μας, προχωρήσαμε στην πραγματοποίηση ενός εσωτερικού stress test με την Credit Agricole. Πήραμε τις οικονομικές εκτιμήσεις του ΔΝΤ και τις προσαρμόσαμε σε ακόμη πιο ακραία επίπεδα, υποθέτοντας όχι μόνο μεγαλύτερης έντασης ύφεση, αλλά και μεγαλύτερης διάρκειας. Με βάση το χειρότερο σενάριο, οι προβλέψεις που θα έπρεπε να πάρουμε για να διασφαλίσουμε το χαρτοφυλάκιο των παλαιών δανείων μας είναι 450 εκατ. ευρώ περισσότερα από τον αρχικό μας σχεδιασμό, συνολικά για την περίοδο 2010 – 2013. Tο ποσό αυτό αφορά τη διασφάλιση παλιών δανείων, ενώ για τα καινούργια οι προβλέψεις είναι σχεδόν μηδενικές από την αρχή του έτους έως σήμερα, καθώς εφαρμόζουμε αποτελεσματικά μέτρα για τη συγκράτηση αυτών και λαμβάνουμε πρωτοβουλίες αναδιάρθρωσης του χαρτοφυλακίου μας. Μπορώ να πω, λοιπόν, με σιγουριά ότι η Εμπορική Τράπεζα θα επιστρέψει στην κερδοφορία το 2012. Εφαρμόζουμε το business plan προσεκτικά, ελέγχουμε τις αλλαγές που επιβάλλεται να γίνουν και προχωράμε με ασφάλεια.

– Πολλοί, πάντως, αμφισβητούν την πορεία της Εμπορικής και συχνά-πυκνά υποστηρίζεται ότι η Credit Agricole θέλει να αποχωρήσει από την Ελλάδα.

– Από τον Μάρτιο του 2009 που βρίσκομαι στην Ελλάδα, έχω ακούσει πολλές φορές τη σχετική φημολογία. Τίποτε από αυτά δεν ισχύει. Oσοι αμφιβάλλουν ας κοιτάξουν το μέγεθος των επενδύσεων που έχουμε πραγματοποιήσει τα τελευταία χρόνια. Κύριος στόχος της Εμπορικής και εμένα προσωπικά είναι η αποτελεσματική εφαρμογή του business plan και η επιστροφή της τράπεζας σε κερδοφορία. Η Τράπεζα διαθέτει μια σειρά πλεονεκτημάτων, που την κάνουν μοναδική στην ελληνική αγορά, καθώς μπορεί και συνδυάζει το ελληνικό με το διεθνές στοιχείο. Το γεγονός ότι η Εμπορική είναι μέλος της Credit Agricole, του μεγαλύτερου τραπεζικού ομίλου στη Γαλλία, μας δίνει πρόσβαση σε ρευστότητα, τεχνογνωσία και δημιουργεί πρόσθετη ασφάλεια τόσο για εμάς όσο και για τους πελάτες μας. Αυτό που έχουμε κατορθώσει είναι να μεταφέρουμε τα πλεονεκτήματα αυτά στην ελληνική οικονομία διατηρώντας τις γραμμές χρηματοδότησης ανοιχτές και στηρίζοντας τους πελάτες μας σε μια περίοδο που μας χρειάζονται περισσότερο. Στόχος μας είναι να συνεχίσουμε να υπηρετούμε με ήθος την κοινωνία όπου δραστηριοποιούμαστε και να επιστρέψουμε αξία και προϊόντα που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των πελατών μας.

Οι συγχωνεύσεις

– Στην Ελλάδα γίνεται πολλή κουβέντα τελευταία για την ανάγκη δημιουργίας ισχυρότερων σχημάτων μέσω συγχωνεύσεων. Σας απασχολεί το θέμα;

– Το ζήτημα δεν μας απασχολεί. Δεν νιώθουμε αυτήν την ανάγκη και δεν έχουμε κανένα τέτοιο σχέδιο. Αυτό που επιθυμούμε πραγματικά είναι να συνεχίσουμε να είμαστε ένας τραπεζικός οργανισμός που βάζει τον πελάτη στο επίκεντρο της λειτουργίας του και να παρέχουμε ποιοτικά αναβαθμισμένα προϊόντα που ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στις ανάγκες του. Θεωρητικά μιλώντας, οι συγχωνεύσεις, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να είναι μια καλή λύση για όσους τις επιθυμούν, καθώς δημιουργούν οικονομίες κλίμακας, μείωση του κόστους και μια σειρά άλλων πλεονεκτημάτων στα εμπλεκόμενα μέρη. Επαναλαμβάνω, όμως, ότι εμάς δεν είναι κάτι που μας αφορά και μας ενδιαφέρει. Εμείς αξιολογούμε το τραπεζικό τοπίο, λαμβάνουμε όλα τα απαραίτητα μέτρα και αναπροσαρμόζουμε τη στρατηγική μας προκειμένου να είμαστε σε θέση να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις. Εκεί, όμως, που δηλώνουμε δυναμικά το «παρών» είναι στην παροχή ολοκληρωμένων τραπεζικών λύσεων στους πελάτες μας. Η συνεργασία μεταξύ των τραπεζών δεν είναι απαραίτητο να περιορίζεται στις συγχωνεύσεις, καθώς θεωρώ ότι στην ελληνική τραπεζική αγορά υπάρχουν περιθώρια συνεργασιών, οι οποίες θα μπορούσαν να επιφέρουν άμεση μείωση δαπανών προς όφελος των πελατών. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί συστέγαση των off site ATM των τραπεζών, όπως αντίστοιχα έχω δει να γίνεται ευρέως στο εξωτερικό. Για παράδειγμα, αυτό που μου έκανε εντύπωση στις ελληνικές τράπεζες είναι ότι έχουν πάρα πολλά ATM η καθεμία ξεχωριστά. Σε άλλες χώρες υπάρχει συνεργασία και «συστεγάζονται» τα ATM τους, ώστε να υπάρχει μείωση του κόστους. Αυτό είναι κάτι που θα μπορούσε να γίνει και στην ελληνική αγορά, με σημαντικά οφέλη τόσο για τις τράπεζες όσο και τους πελάτες τους.

Γιαννης Παπαδογιαννης

Δείτε τη συνέντευξη στην Καθημερινή

Ζωτικής σημασίας, για την ευρωστία του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος, αποτελεί η στήριξη που παρέχει στις εμπορικές τράπεζες το ελληνικό Δημόσιο μέσω των προνομιούχων μετοχών.

Σε γενικές γραμμές, το πλεόνασμα κεφαλαίων 3,3 δισ. ευρώ που απολαμβάνουν οι έξι εγχώριες τράπεζες -Εθνική, Eurobank, Alpha, Πειραιώς, Αγροτική και Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο- που μετείχαν στο stress test από το ελάχιστο όριο (το οποίο ήταν σημαντικά υψηλότερο από το εποπτικό όριο) που είχε τεθεί στην άσκηση, αντιστοιχεί στις προνομιούχες μετοχές που έχει αγοράσει το Δημόσιο. Συνολικά, οι έξι μεγάλες τράπεζες έχουν εκδώσει προνομιούχες μετοχές αξίας 3,5 δισ. ευρώ και χωρίς αυτές η Αγροτική Τράπεζα θα τερμάτιζε το stress test… χωρίς κεφάλαια, η Τράπεζα Πειραιώς δεν θα περνούσε το τεστ, ενώ ο δείκτης βασικών ιδίων κεφαλαίων της Εθνικής, της Eurobank και της Alpha Bank θα διαμορφώνονταν κάτω του 7%. Οριακά πάνω από το 7% διαμορφώνεται ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας του Ταχυδρομικού Tαμιευτηρίου. Το ζήτημα για τις τράπεζες είναι πόσο γρήγορα θα ομαλοποιηθούν οι συνθήκες ώστε να προχωρήσουν σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου για την επαναγορά των προνομιούχων μετοχών, όπως είναι υποχρεωμένες. Ηδη, η Τράπεζα Πειραιώς έχει συμφωνήσει με 3 διεθνείς οίκους για την άντληση κεφαλαίων ύψους 1,1 δισ. ευρώ (είτε μέσω αύξησης κεφαλαίου είτε μέσω ειδικών ομολογιακών εκδόσεων είτε συνδυαστικά) για τη χρηματοδότηση της πρότασης εξαγοράς του Τ.Τ. και της ΑΤΕ αλλά και των προνομιούχων μετοχών του Δημοσίου.

Υπογραμμίζεται ότι η συμμετοχή του κράτους στο μετοχικό κεφάλαιο των ελληνικών τραπεζών δεν αποτελεί εγχώρια αδυναμία: ανάλογης στήριξης -και σε πολλές περιπτώσεις σημαντικά μεγαλύτερη- απολαμβάνουν και οι άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες.

Το σπουδαίο για τις ελληνικές τράπεζες είναι ότι ακόμα και στο δυσμενές σενάριο της άσκησης, το οποίο η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) χαρακτηρίζει: «ως πολύ απίθανο να πραγματοποιηθεί», πέρασαν με άνεση τη δοκιμασία διατηρώντας σημαντικό απόθεμα κεφαλαίων. Το δυσμενές σενάριο, στην περίπτωση της Ελλάδας, υπέθετε εντονότερη ύφεση για το 2010 και το 2011 (σημαντικά μεγαλύτερη από τις προβλέψεις των διεθνών οργανισμών) καθώς και επιτόκια πολύ υψηλότερα από τα σημερινά. Αναλυτικότερα οι παραδοχές για τη χώρα μας προβλέπουν μείωση του ΑΕΠ κατά 4,6% το 2010 και 4,3% το 2011, ανεργία 11,8% για φέτος και 14,8% το 2011 ενώ οι τράπεζες έγραψαν ζημία 23,1% από ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου που έχουν στο εμπορικό χαρτοφυλάκιο. Επιπρόσθετα οι επισφάλειες στην Ελλάδα «στρεσαρίστηκαν» σε πολλαπλάσια επίπεδα ακόμα και σε σχέση με την αμέσως «χειρότερη» χώρα, παρά το γεγονός ότι ο βαθμός δανεισμού στην Ελλάδα, τόσο των νοικοκυριών όσο και των επιχειρήσεων, είναι σημαντικά χαμηλότερος του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Σε κάθε περίπτωση το εγχώριο τραπεζικό σύστημα είναι εξασφαλισμένο, καθώς ακόμα και στην ακόμα πιο ακραία υπόθεση ότι η ύφεση θα έχει μεγαλύτερη διάρκεια και ένταση από τις υποθέσεις του δυσμενούς σεναρίου υπάρχουν πρόσθετα κεφαλαιακά αποθέματα. Οπως υπογραμμίζει η ΤτΕ, η σύσταση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας με κεφάλαια ύψους 10 δισ. ευρώ, στο πλαίσιο του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας, παρέχει ένα πρόσθετο δίχτυ ασφαλείας για την κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών, ενώ, επιπρόσθετα 1,2 δισ. ευρώ παραμένουν διαθέσιμα μέσω του μέτρου κεφαλαιακής ενίσχυσης στο πλαίσιο του νόμου για την ενίσχυση της ρευστότητας της εγχώριας οικονομίας.

Υπογραμμίζεται ότι το stress test δεν προέβλεπε -ούτε στο δυσμενές σενάριο- το ενδεχόμενο, όχι χρεοκοπίας, αλλά ούτε καν αναδιάρθρωσης χρεών κράτους-μέλους κάτι που τους τελευταίους μήνες σε ό,τι αφορά την Ελλάδα μεταδίδεται με πρωτοφανή ένταση από τα διεθνή μέσα προκαλώντας την κατάρρευση της αξιοπιστίας της χώρας.

Σε κάθε περίπτωση η ολοκλήρωση του stress test διευκολύνει την υλοποίηση κινήσεων συγκέντρωσης δυνάμεων στον κλάδο. Με το τεστ οι τράπεζες μέτρησαν τις δυνάμεις τους ακόμα και για την περίπτωση που οι οικονομικές συνθήκες επιδεινωθούν ραγδαία τους επόμενους μήνες. Η χαρτογράφηση του πού είναι ο καθένας και ποιες οι αντοχές του, αίρει τις αβεβαιότητες και ανοίγει τον δρόμο για την υλοποίηση κινήσεων δημιουργίας ισχυρότερων σχημάτων.

Γιαννης Παπαδογιαννης

Δειτε το άρθρο στην Καθημερινή

Εξελίξεις δρομολογούνται μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των στρες τεστ την Παρασκευή.

Αν και τα αποτελέσματα έγιναν δεκτά με ικανοποίηση από τις τράπεζες, η αποτυχία της Αγροτικής Τράπεζας να περάσει τη δοκιμασία προκάλεσε την παρέμβαση της κυβέρνησης, η οποία δεσμεύτηκε να ενισχύσει την κεφαλαιακή της βάση.

Από την πλευρά της Τράπεζας Πειραιώς, που πριν από λίγες ημέρες κατέθεσε τη φιλόδοξη πρόταση εξαγοράς των ποσοστών του Δημοσίου στην ΑΤΕ και στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο έναντι 701 εκατ. ευρώ, η οριακή επιτυχία στην άσκηση -μόλις που έπιασε το ελάχιστο όριο του 6%- υποχρεώνει τη διοίκηση σε νέες κινήσεις, ώστε να «διασκεδάσει» το αποτέλεσμα και να αποκτήσει και πάλι το προβάδισμα. Απομένει ωστόσο να ξεκαθαριστεί η θέση του Δημοσίου ως προς το θέμα.

Κυβέρνηση – ΑΤΕ

Επ’ αυτού, κυβερνητικοί παράγοντες μεταδίδουν αντιφατικά μηνύματα: λίγο μετά την ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών για τη στήριξη της τράπεζας διευκρινιζόταν ότι η ΑΤΕ δεν είναι βέβαιο ότι θα μετέχει στον δημόσιο τραπεζικό πυλώνα που φιλοδοξεί να δημιουργήσει η κυβέρνηση και προσέθεταν ότι δεν έχει αποφασιστεί αν στην επικείμενη αύξηση της ΑΤΕ το Δημόσιο θα καλύψει το σύνολο της συμμετοχής του.

Τράπεζα Πειραιώς

Στο μεταξύ, πληροφορίες αναφέρουν ότι τις επόμενες ημέρες η Τράπεζα Πειραιώς θα ανακοινώσει τη συμφωνία με τρεις διεθνείς οίκους για την άντληση κεφαλαίων ύψους 1,1 δισ. ευρώ είτε μέσω αύξησης είτε μέσω ειδικών ομολογιακών εκδόσεων είτε συνδυαστικά, στην περίπτωση που η κυβέρνηση κάνει δεκτή την πρόταση εξαγοράς που κατέθεσε. Με τα κεφάλαια αυτά, η Πειραιώς όχι μόνο θα χρηματοδοτήσει την εξαγορά των δυο κρατικών τραπεζών, αλλά θα αποπληρώσει στο Δημόσιο και τις προνομιούχες μετοχές που έχει εκδώσει ύψους 370 εκατ. ευρώ. Η κίνηση αυτή, υποστηρίζουν από τη διοίκησή της, υπογραμμίζει τη σοβαρότητα της πρότασης.

Την ίδια στιγμή, εξελίξεις αναμένεται ότι θα δρομολογήσουν τα αποτελέσματα του τεστ κοπώσεως και στα άλλα τραπεζικά «στρατόπεδα».

Εθνική Τράπεζα

Η Εθνική Τράπεζα πέρασε το όριο με 7,4%. Στη διαμόρφωση του ποσοστού αυτού ρόλο έπαιξε η απόφαση της διοίκησής της να μην πάρει προνομιούχες μετοχές (κόντρα στην πίεση των Αρχών), υποστηρίζοντας ότι δεν τις χρειάζεται. Το ίδιο ίσχυσε εν πολλοίς και με την Πειραιώς. Δεν είναι τυχαίο ότι την Παρασκευή η ΕΤΕ, παράλληλα με την ανακοίνωση του stress test, ανακοίνωσε και την ολοκλήρωση ομολογιακής έκδοσης 450 εκατ. ευρώ για την ενίσχυση της κεφαλαιακής τους βάσης.

Alpha – Eurobank – T.T.

Σε ό,τι αφορά τη Eurobank και την Alpha Bank, οι επιδόσεις τους κρίνονται επιτυχείς. Το δε Τ.Τ., ωστόσο, που είχε πολύ υψηλό δείκτη επάρκειας και είχε εξασφαλισμένη την πρωτιά, έκανε και τη μεγάλη έκπληξη.

Πέραν των εφήμερων εντυπώσεων που δημιουργούν οι ασκήσεις… καταστροφής, τρία σημεία ξεχωρίζουν.

Το πρώτο είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες πέρασαν με άνεση, παρά την επιβολή ιδιαίτερα σκληρών υποθέσεων, που παραπέμπουν σε σενάρια… καταστροφής. Συγκεκριμένα, οι παραδοχές για την Ελλάδα προβλέπουν μείωση του ΑΕΠ κατά 4,6% το 2010 και 4,3% το 2011, ανεργία 11,8% για φέτος και 14,8% το 2011 και ζημία 23,1% από ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου που έχουν στο εμπορικό χαρτοφυλάκιο.

Και σε ό,τι αφορά τις επισφάλειες στην Ελλάδα, «στρεσαρίστηκαν» σε πολλαπλάσιο επίπεδο ακόμα και σε σχέση με την αμέσως «χειρότερη» χώρα, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι ο βαθμός δανεισμού στην Ελλάδα, τόσο των νοικοκυριών όσο και των επιχειρήσεων, είναι σημαντικά χαμηλότερος του μέσου ευρωπαϊκού όρου.

Τέλος, εξαιρετικά σπουδαίο θεωρείται το γεγονός ότι με τα αποτελέσματα του stress test οι τράπεζες μετρούν τις δυνάμεις τους, όχι μόνο με βάση το σήμερα, αλλά με ορίζοντα το 2011, γνωρίζοντας σε γενικές γραμμές τι θα συμβεί στην κάθε τράπεζα ακόμα και στην περίπτωση που οι οικονομικές συνθήκες επιδεινωθούν ραγδαία τους επόμενους μήνες.

Οι τραπεζίτες σχολιάζουν το αποτέλεσμα

Ο κ. Ν. Καραμούζης, αναπλ. διευθύνων σύμβουλος της Eurobank, σχολιάζοντας στην «Κ» τα αποτελέσματα, τονίζει: «Οι ελληνικές τράπεζες υπεβλήθησαν στο αυστηρότερο τεστ σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη χώρα και απέδειξαν ότι διαθέτουν ισχυρή κεφαλαιακή βάση υπό τις πιο αντίξοες συνθήκες. Κρίσιμο ζητούμενο αποτελεί η αποκατάσταση της ομαλότητας στην οικονομία, που προϋποθέτει τη συνεπή υλοποίηση του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Αν αυτό γίνει σε μερικούς μήνες, το Δημόσιο και το τραπεζικό σύστημα θα αποκτήσουν πρόσβαση στις διεθνείς αγορές».

Ο διοικητής της ΑTE κ. Θ. Πανταλάκης λέει στην «Κ»: «Οι ελληνικές τράπεζες είναι ικανές να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενη περαιτέρω επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών. Υπάρχει απόθεμα από το σχέδιο ενίσχυσης της ρευστότητας και το Ταμείο Σταθερότητας. Επίσης, αρκετές τράπεζες θα προχωρήσουμε σε αύξηση κεφαλαίου».

Γιαννης Παπαδογιαννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Υπό την ασφυκτική πίεση των αγορών, αναλυτών και μέσων ενημέρωσης και με ορατό τον κίνδυνο η περιβόητη άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, στην οποία συμμετείχαν 91 τράπεζες από 20 ευρωπαϊκές χώρων, να καταπέσει ως αναξιόπιστη, η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας (CEBS) υποχρέωσε τις τράπεζες να εφαρμόσουν αυστηρότερες υποθέσεις.

Ο κίνδυνος ήταν τα αποτελέσματα του τεστ, όχι μόνο να μην καθησυχάσουν τις αγορές, αλλά να αποτελέσουν την αφορμή ενός νέου γύρου αμφισβητήσεων.

Ετσι, την περασμένη Πέμπτη, λίγες ώρες πριν από τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων του stress test, οι αρμόδιες αρχές επέστρεψαν τα τεστ δεκάδων τραπεζών για περαιτέρω επεξεργασία, θεωρώντας ως ήπιες τις υποθέσεις που εφαρμόστηκαν αναφορικά με την πορεία του ΑΕΠ, την κερδοφορία των τραπεζών και το ύψος των προβλέψεων για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Είχε προηγηθεί καταιγισμός δημοσιευμάτων και αναλύσεων τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική, που αμφισβητούσαν ευθέως την αξιοπιστία της άσκησης ειδικά σε ό,τι αφορά τις χώρες υψηλού κινδύνου, δηλαδή την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία. Η χώρα μας βρέθηκε στη γνώριμη θέση των τελευταίων μηνών, καθώς για τη διενέργεια της άσκησης υποχρεώθηκε να εφαρμόσει τις πιο αυστηρές παραδοχές από όλες τις χώρες–μέλη. Εν πολλοίς, οι αντοχές των εγχώριων τραπεζών δοκιμάστηκαν σε συνθήκες καταστροφής, θεωρώντας ότι η ύφεση της εγχώριας οικονομίας μόλις ξεκινά.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα εγχώρια test υποθέτουν ότι το ύψος των ζημιών για τις ελληνικές τράπεζες από στεγαστικά δάνεια θα διαμορφωθεί στο 37% ενώ για την αμέσως επόμενη χώρα η υπόθεση είναι για 24%, παρά το γεγονός ότι ο βαθμός δανεισμού τόσο των νοικοκυριών όσο και των επιχειρήσεων είναι σημαντικά χαμηλότερος του μέσου ευρωπαϊκού όρου.

Σε ό,τι αφορά τα ομόλογα και το ενδεχόμενο απομείωσης της αξίας τους λόγω των δημοσιονομικών προβλημάτων, ζητήθηκε από τις τράπεζες να απομειώσουν κατά 23,1% τα ελληνικά ομόλογα, κατά 14% τα πορτογαλικά, κατά 12,3% τα ισπανικά, 10% του Ηνωμένου Βασιλειου, 5,9% τα γαλλικά και κατά 4,7% τους τίτλους του γερμανικού Δημοσίου. Σημειώνεται ότι η παραπάνω ζημία αγγίζει μόνο τα ομόλογα που βρίσκονται στο εμπορικό χαρτοφυλάκιο και όχι αυτά που βρίσκονται στην κατηγορία διακράτηση στη λήξη τους (οι εγχώριες τράπεζες έχουν εδώ και καιρό μεταφέρει το σύνολο των τίτλων του ελληνικού Δημοσίου που έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους στην κατηγορία διακράτηση).

Στελέχη τραπεζών θεωρούν υπερβολικές τις υποθέσεις που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα. Υπογραμμίζουν ότι παίρνουν μια αγορά που ήδη βρίσκεται σε ύφεση και θέτουν παραδοχές και υποθέσεις σαν η χώρα μόλις να εισέρχεται σε ύφεση, κάτι που όπως τονίζουν απέχει παρασάγγας από την πραγματικότητα. Σε κάθε περίπτωση υπογραμμίζεται ότι τα stress test έχουν περισσότερο θεωρητική αξία, καθώς προβάλλουν τις επιπτώσεις στην κεφαλαιακή βάση των τραπεζών στην περίπτωση που οι οικονομικές συνθήκες επιδεινωθούν. Στόχος είναι να βρεθούν οι πιο αδύναμες κεφαλαιακά τράπεζες ώστε, αν χρειαστεί, έγκαιρα να λάβουν πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της κεφαλαιακής τους βάσης.

Η CEBS δημοσίευσε τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας βασικών κεφαλαίων (Core tier 1) κάθε τράπεζας όπως διαμορφώνεται βάσει των παραδοχών που τέθηκαν για κάθε χώρα και τη διαφορά του από τα σημερινά επίπεδα. Για να περάσει το test μια τράπεζα, θα πρέπει να έχει δείκτη τουλάχιστον 6%, 2 μονάδες υψηλότερα από το ελάχιστο εποπτικό όριο για τον δείκτη βασικών κεφαλαίων (4%).

Γιαννης Παπαδογιαννης

Δειτε το άρθρο στην Καθημερινή

Δεν δημιουργεί εμπόδια για ενδεχόμενες εξαγορές – συγχωνεύσεις στον τραπεζικό κλάδο η συμμετοχή των τραπεζών στο κρατικό σχέδιο για την ενίσχυση της ρευστότητας. Αυτό υποστηρίζουν επιτελικά στελέχη τραπεζών, υπογραμμίζοντας ότι η εκτίμηση αυτή προκύπτει από τον σχετικό νόμο για την ενεργοποίηση του σχεδίου στήριξης. Σε ό,τι αφορά τις δυνατότητες παρέμβασης του εκπροσώπου του Δημοσίου στο διοικητικό συμβούλιο, σημειώνουν ότι είναι περιορισμένες, καθώς ο εκπρόσωπος έχει δικαίωμα αρνησικυρίας μόνο σε θέματα που αφορούν τη διανομή μερίσματος και τις αμοιβές των επιτελικών στελεχών. Ο νόμος έχει μόνο μια αόριστη αναφορά για τη δυνατότητα του εκπροσώπου του Δημοσίου να μπλοκάρει αποφάσεις που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τη φερεγγυότητα της τράπεζας ή τα συμφέροντα των καταθετών. Τις ακραίες αυτές αναφορές, ωστόσο, είναι δύσκολο να επικαλεστεί κάποιος εκπρόσωπος του Δημοσίου στα Δ.Σ. των τραπεζών, καθώς είναι απίθανό μια συγχώνευση να έθετε ζήτημα φερεγγυότητας ή να αποτελεί κίνδυνο για τους καταθέτες. Τουλάχιστον στη θεωρία, η συνένωση τραπεζών, στοχεύει στη δημιουργία ισχυρότερων σχημάτων και στην ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης και επάρκειας. Οπως αναφέρεται στον νόμο του 2008 για την ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας και την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης: «Οι προνομιούχες μετοχές του παρόντος άρθρου παρέχουν στο ελληνικό Δημόσιο το δικαίωμα συμμετοχής στο διοικητικό συμβούλιο, μέσω εκπροσώπου του, που δύναται να ορίζεται ως πρόσθετο μέλος του διοικητικού συμβουλίου. Ο εκπρόσωπος αυτός έχει το δικαίωμα αρνησικυρίας στη λήψη οποιασδήποτε απόφασης σχετικής με τη διανομή μερισμάτων και την πολιτική παροχών προς τον πρόεδρο, τον διευθύνοντα σύμβουλο και τα λοιπά μέλη του διοικητικού συμβουλίου, καθώς και τους γενικούς διευθυντές και τους αναπληρωτές τους, με απόφαση του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ή εφόσον κρίνει ότι η απόφαση αυτή δύναται να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των καταθετών ή να επηρεάσει ουσιωδώς τη φερεγγυότητα και την εύρυθμη λειτουργία της Τράπεζας».

Η εκτίμηση των διοικήσεων των τραπεζών ότι η συμμετοχή στο κρατικό σχέδιο στήριξης δεν δημιουργεί εμπόδια για την υλοποίηση εξαγορών ή συγχωνεύσεων, επιβεβαιώνεται και από τις δημόσιες τοποθετήσεις του πρωθυπουργού κ. Γιώργου Παπανδρέου, του υπουργού Οικονομικών κ. Γιώργου Παπακωνσταντίνου αλλά και του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ) κ. Γιώργου Προβόπουλου για την ανάγκη δημιουργίας ισχυρότερων τραπεζικών ιδρυμάτων, μέσα από διαδικασίες αναδιάταξης δυνάμεων στον κλάδο. Στις αρχές Μαΐου ο διοικητής της ΤτΕ κάλεσε τις τράπεζες να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα με διορατικότητα και κυρίως να προχωρήσουν στη διαμόρφωση μιας μεσοπρόθεσμης στρατηγικής που θα προβλέπει, με ρεαλισμό και προνοητικότητα, συνεργασίες και συνενώσεις δυνάμεων. Ο διοικητής της ΤτΕ προειδοποίησε μάλιστα τις τράπεζες ότι αν οι μέτοχοι αποτύχουν και δεν ανταποκριθούν στις απαιτήσεις για την κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών τότε, το νέο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας θα αναλάβει δράση και θα προχωρήσει στην αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος.

Προβληματισμός, ωστόσο, διατυπώνεται αναφορικά με το εάν είναι θεμιτό μια τράπεζα που έχει λάβει κρατική βοήθεια από το σχέδιο στήριξης και αντλεί ρευστότητα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να μπορεί να πραγματοποιήσει εξαγορές κρατικών τραπεζών.

Γιαννης Παπαδογιαννης

Δείτε το άρθρο στην Καθημερινή

Older Posts »